Η Κυπριακή ποιητική παράδοση,η Κυπριακή ποίηση, έχει τις πηγές της πολύ βαθειά στο χρόνο, φτάνοντας μέχρι τις εποχές εκείνες που ανδρώθηκε το έπος. Τόσο ο χαρακτήρας της όσο και το περιεχόμενο της καθρεφτίζουν την ελληνικότητά της. Με τις σκέψεις αυτές προσπάθησα και προσπαθώ να δημιουργήσω μια Ποιητική Ανθολογία του Ποιητικού λόγου των Κυπρίων Ποιητών/τριών. Στα πλαίσια αυτής της προσπάθειας αναρτώνται και ανακοινώσεις για ποιητικές και γενικότερα λογοτεχνικές εκδηλώσεις αλλά και συνεντεύξεις Κυπρίων ποιητών/τριών, ώστε οι σκέψεις,οι ιδέες και οι ανησυχίες τους να γίνουν ευρύτερα γνωστές.
ΔΗΜΗΤΡΙΟΣ ΓΚΟΓΚΑΣ
Το παρόν Ιστολόγιο δεν είναι κερδοσκοπικό. Ως μοναδικό στόχο έχουμε να γίνει μικρή βιβλιοθήκη της Κυπριακής Ποίησης στο διαδίκτυο και να προωθήσει τη Ποίηση των Κυπρίων Δημιουργών.

Παρασκευή, 28 Απριλίου 2017

ΑΝΑΤΟΛΙΚΗ ΜΕΣΟΓΕΙΟΣ΄/ Μοράρης Γιώργος



Ένα νησί ταξιδεύει
με την ψυχή στην άπνοια
κοντά στον φάρυγγα του Λεβιάθαν.
Η κιβωτός τον λησμόνησε
ωσότου βρήκε τον κρυψώνα του
στον κατακλυσμό.
Κύματα που κάποτε παίζαν
με την ανάσα τ’ ουρανού
κλωσσώντας στην άμμο
την πεμπτουσία τους,
ζωγράφιζαν την αστάθειά τους
επίορκοι στο κάλλος εγγυητές του
κύματα, κορυφές και βάραθρα.

Το λουτρό / Το Ικρίωμα : Δύο Ποιήματα του Γιώργου Μοράρη

Ροσμαρίνος: Ποιητική Συλλογή του Γιώργου Μοράρη από τις Εκδόσεις Καστανιώτη / 2008

Εραστής της ανυπαρξίας το κενό
σαν παιδιά τους αγκάλιασε.
Από τον Φαέθοντα κατέβασε
το χρυσό προσωπείο
πως ήταν γιος του ήλιου.
Αφαιρώντας από τον Ίκαρο
αυτό που δεν ήταν
και τα φτερά που τον σκεπάζανε μανδύας ……

***
Στην κόψη του πεπρωμένου
τα βλέμματα τους έτρεξαν σαν αύρες
και συναντήθηκαν στο άπειρο.
ο θάνατος μιλούσε
με τα στοιχειά της φύσης

***

 Θέρος είναι και ο θάνατος δροσίζεται
κάτω από τους ίσκιους του
φυλάγοντας στη σαρκοφάγο το τρόπαιό του
η κιβωτός που διασώθηκε
περιέχει την νικημένη ζωή

**
Η Δήλος

Η Δήλος με τις σπασμένες πέτρες
οστεοφυλάκιο των αγαλμάτων.
Αγγίξαμε τρυφερά τις υγρές τους κόγχες
που τυφλωθήκαν από το απολιθωμένο φως.
Ανάμεσα του ο έρωτας φαίνεται να κοιμάται
τον ύπνο της πρώτης παιδικής ηλικίας
Όμως η ψυχή του
και με τον σβησμένο πυρσό της
βρίσκεται στην αγρύπνια.

***

Ταφική Απομόνωση

Καμιά εκπλήρωση
δεν μπορούσε ν’ αναχαιτίσει
τα μάτια μας που έπλεαν 
και χάθηκαν μακριά. 
Κάτω από την επιφάνεια της λίμνης 
γλιστρούσαν οι χελώνες 
σχημάτιζαν ερωτική πομπή 
και χόρευαν στο υδάτινο μισόφωτο. 
Εκεί που τα γλυκά νερά της αλμύριζαν 
πρόβαλε το φάντασμα της αρχαίας θάλασσας 
με τα κύματα των άπειρων υποσχέσεών της. 
Βγήκαν φεγγάρια 
που καταδύθηκαν για το λουτρό τους
και ξανάνιωσαν 
κεφάλια Νηρηίδων
στήθη που τέμνουν το πέλαγος. 

Το πόδι του χρόνου κρινόταν 
στους βραχίονες μιας ζυγαριάς
χωρίς αντίβαρο.
Ταλαντεύτηκε μπροστά μας η θέα
και το φάντασμα της αρχαίας θάλασσας 
αναδιπλώθηκε να διαλυθεί
στο σάβανο της ομίχλης. 
Οι χελώνες άκουγαν κραδασμούς
που δεν τους εννοούσαμε
μας οδηγούσαν 
τα πηδάλια των ποδιών τους 
εκεί που μετατοπίσθηκαν όλα 
στην αρχική θέση τους.
Όπως άνοιξαν 
έκλεισαν οι πύλες του τοπίου 
ενταφιάζοντας  απομεινάρια
μιας ακινητοποιημένης ζωής.

Έρμαιο στη ναυτία των αιώνων 
εκείνος π’ αφήνει 
την αρχαία θάλασσα ν’ αναπαύεται

μέσα στην ψυχή του.

ΠΤΗΣΗ / Μοράρης Γιώργος



Σαν τις χελώνες δεν είμαστε
που με τα βήματά τους
ο μέγας χρόνος τους αθροίζεται
στον μοναχικό τους δρόμο.
Μοιράζεται μ’ άλλους
ο δικός μας χρόνος ο βραχύς.
Κάποτε πέφτει πάνω τους σκιά
και κατεβαίνει η βουή του ανέμου
κι αυτές με τα ιερογλυφικά στην πλάτη
σέρνουν το καβούκι τους, έτοιμο τάφο
όταν αετοί τις αρπάζουν

προς ένα ουρανό
στεγνό κι αδάκρυτο.
Γύρω σμήνη των άστρων με το βόμβο τους
χλευάζουν
το περιορισμένο διάστημα της ύπαρξης.

Για κείνους που ιππεύουν αετούς
είναι το άπειρο μια τεράστια φάρσα.

Γιώργος Μοράρης (μικρή αναφορά)


Ο Γιώργος Μοράρης γεννήθηκε στη Λεμεσό της Κύπρου και είναι απόφοιτος της Φιλοσοφικής σχολής του Πανεπιστημίου Αθηνών. Ζει και εργάζεται ως καθηγητής φιλόλογος στην Αθήνα. 

Ποιητικές συλλογές, 
  • Συναναστροφές σιωπής το 1991,
  •  Άνθη Ράμνου το 1999 και 
  • Ροσμαρίνος το 2008, όλα στις Εκδόσεις Καστανιώτη. 
Ποιήματά του έχουν δημοσιευτεί σε λογοτεχνικά περιοδικά και σε ποιητικές ανθολογίες. Έχει τιμηθεί με το πρώτο κρατικό βραβείο ποίησης από το Υπουργείο Παιδείας και Πολιτισμού της Κύπρου και από την Ακαδημία Αθηνών.

Λεοντίου Παύλος (μικρό βιογραφικό)

Γεννήθηκε στη Λευκωσία το 1945.
Είναι απόφοιτος του Παγκύπριου Γυμνασίου Κύκκου. 


Ποιητική Συλλογή: Επιμαρτυρία 

[Τα χέρια σου] / Λεοντίου Παύλος

Τα χέρια σου στα χέρια μου,
και πως άλλαξε ο κόσμος! 

Αιώνες τώρα


Περιμέναμε την άνοιξη
και την ανάσταση
Λησμονήσαμε 
ότι προηγούνται
αιώνες τώρα
η προδοσία
και η σταύρωση
Αιώνες τώρα
Πόντιοι Πιλάτοι
και Ιούδες
Αιώνες τώρα
μας φιλούν

Αγγέλα Καϊμακλιώτη "Εκ του σύνεγγυς"

ΕΛΠΊΔΑ / Πενταράς Νίκος


το Φως
ντυμένο στα λευκά
βγαίνει σεργιάνι κάθε βράδυ στα σοκάκια 
τα βήματά του στο πλακόστρωτο
του δειλινού καμπάνες
στη μνήμη μου ξυπνούν
φθινόπωρα και χειμωνιές ατέλειωτες
μα που στην πόρτα μου μπροστά εναποθέτουν
ολάνθιστα χρυσάνθεμα
σημάδι κάποιας άνοιξης που πάντα καρτερώ
μα που δεν καταδέχτηκε
έστω μια μαδημένη ανθοδέσμη
στην πόρτα μου μπροστά να εναποθέσει
τα βήματά του στο πλακόστρωτο
κατάλευκα μαντίλια γλάρων π’ αρμενίζουν
στο γλαυκό βλέμμα της θάλασσας
δίπλα σε σκάφη γκρίζα με κόκκινα πανιά
που πάντα προγραμμάτιζαν τη ρότα τους
μα πάντα βρίσκαν κόντρα τον καιρό
κι ακόμα ψάχνουν
χρόνια τώρα
για να βρουν λιμάνι.
Ποιητική Συλλογή:  «ΦΩΣ ΕΚ ΦΩΤΟΣ», 1994

ΟΙ ΕΠΙΖΩΝΤΕΣ / Χριστοδουλίδης Γιώργος


Όσοι συνέρχονται
έχουν παραμορφωμένα πρόσωπα
κομμένα μέλη
και τους λείπει το προηγούμενο κοίταγμα.
Βυθίζονται σε ζάλη αφρισμένη
και τα λόγια τους γίνονται πουλιά
που δεν έχουν φωλιές.
Βλέπουν τις σπίθες ως ηλιαχτίδες
τις πληγές ως λάθος του τεχνίτη
και τα θύματα
ως αγγέλους που αποκοιμήθηκαν.
Βλέπουν τη σκηνή του δυστυχήματος
χωρίς τη φρίκη.
Ακριβώς όπως οι επιζώντες
μιας ήσυχης μέρας
– πολλών ήσυχων ημερών.

[Απόψε αποφάσισα να κάνω στην άκρη] / Γεωργίου Εύα

Απόψε αποφάσισα να κάνω στην άκρη
όλα τα γιατί,
όλα τα μπορεί
όλα τα πιθανά… 
Θα έρθουν μπροστά όλα τα λυτρωτικά!
Η ώρα λοιπόν να συμβιβαστώ μαζί σου!
0,τι ακριβώς προστάζεις…
Επιτέλους να πάρεις την μόνιμη θεση που σου αξίζει…
Θα μπορώ από εδώ κι μπρός
να σε κοιτάζω ίσια στα μάτια
να σου μιλάω ευθεια στην καρδιά…
Απο την πρώτη Καλημέρα μέχρι την
τελευταία μου Καληνύχτα
Ξέρω πώς νιώθεις…
Ξέρω πόσο πολύ σε αδίκησα…
Τελευταία , σε στρίμωξα πολύ
Όλα τα όχι σου, τα έκανα ναι…
Μου έλεγες δεν αντέχεις κι εγώ σε έσερνα…
Με ρωτούσες πού σε οδηγώ ,
κι εγώ σου έλεγα, απλά προχώρα…
Σε τραβούσα με βία να γίνουν πιο γοργά τα βήματά σου …
Σου έβαζα χίλια δυο να σκεφτείς, αγνοώντας αν είναι μέρα , νύχτα
γιορτή η καθημερινή
Αρκεί να ησουν μόνιμα παρών...
Από τον παράδεισο , σε οδήγησα στην κόλαση…
Απόψε σε είδα για πρώτη φορά να καταρρέεις και τρόμαξα...
Με προειδοποίησες αλλά δεν έβλεπα, δεν άκουγα …
εξάλλου ήμουνα πολύ μακριά
Ήρθε λοιπον η δικιά σου ώρα,
έστω με λίγη καθυστέρηση
Ναι….
Γερνάει ο χρόνος...
Φύγαμε!!!!

ΦΥΣΑ ΒΟΡΙΑ


Φύσα αέρα δυνατά και πάρε το μυαλό μου
κλέψε τις μνήμες απ' τον νου κάν' το για το καλό μου!
Φύσα βοριά και μην ντραπείς να' ρθεί κακοκαιρία
να ξεχαστώ να μπερδευτώ ν' αλλάξω την πορεία!
Κλέψε τις σκέψεις μου εσύ να πάψω να πονάω
τις μνήμες πάρε μακρυά για χάρη στο ζητάω!
Χριστοδούλου Θάλεια

Της Μαρίας / Τιμοθέου Ανδρέας


Μικρή απ’ το παράθυρό σου,
σε χειροκρότησαν.
Σ΄ άκουσαν στο ραδιόφωνο πρώτη φορά
σε χειροκρότησαν.
Μέσα στους πρώτους φόβους σου
οι δάσκαλοί σου
σε χειροκρότησαν.
Περνούσε ο καιρός, τα χέρια πλήθαιναν
χωρίς σταματημό
κι όλου του κόσμου τα θέατρα
σε χειροκρότησαν.
Δοξαζόσουν κι ο κόσμος χειροκροτούσε.
Μεταμορφωνόσουν κι ο κόσμος χειροκροτούσε.
Ερωτευόσουν κι ο κόσμος χειροκροτούσε.
Έχανες τη φωνή σου κι ο κόσμος χειροκροτούσε.
Βυθιζόσουν μες στην κατάθλιψη κι ο κόσμος χειροκροτούσε
Κηδευόσουν κι ο κόσμος χειροκροτούσε.
Μα εγώ που δεν είχα δυο χέρια στα χρόνια σου
να γίνω κρότος στον κόσμο που τότε ζούσες
μαθητεύω σ’ άλλη χρήση των χεριών,
ευλαβικός συλλέκτης του προσώπου σου
τολμώ να σε αγγίζω.

Η ΦΩΝΗ ΤΟΥ Σ'ΑΓΑΠΩ ΜΟΥ / Πανάγου Μαρούλλα


Θα 'θελα να φωνάξω “σ'αγαπώ “
να το πάρει ο άνεμος να το κάνει τραγούδι
για να σε φτάσει .
Να το μάθουν τα πουλιά 

να κτίσουν την φωλιά της αγάπης. μας .
Να τ άκούσει το τριαντάφυλλο
να σκορπίζει τα πέταλά του στον δρόμο σου
να τ άκουσει η αυγή και να λαμπρύνει τη μέρα σου
να τ'ακούσει το παιδί να το εμβολιάσει στην αθωότητά του.
Μην το μολύνει η πονηριά .
Να το ακούσει η σελήνη και ν'ασημώσει
τ' όνειρό μας
 Να το ακούσει η περιδιάβαση του καιρού
να κάνει στάση στην καρδιά μας
Μην ξεχαστούμε κι αφαιρεθούμε
και χαθεί
στην καθημερινότητά μας .

Μαρουλλα Παναγου

[Είχα ακούσει πάρα πολλά] / Λαμπής Γιάννος

Είχα ακούσει πάρα πολλά
για το σπίτι με τα ραγισμένα κεραμίδια.
Αν και το ήθελα, δεν τολμούσα
να περάσω ούτε απ’ έξω
- Δεν κάνει, έτσι μου ‘χαν πει, για ανθρώπους σαν κι εμάς
Μια Κυριακή μεσημέρι
την ώρα που ο καλός κόσμος κοιμάται,
- Έτσι μου ‘χαν πει
δεν άντεξα και πήγα μ’ έναν φίλο μου κρυφά.
Μπήκαμε στην αυλή, κουβαλήσαμε δυο πέτρες,
πρώτος ανέβηκε εκείνος και μετά εγώ,
πάτησα και στις μύτες των ποδιών μου
για να δω πιο καθαρά μέσα απ’ το γυαλί.
Μια γυναίκα άναβε με ευλάβεια ένα καντήλι
κι ύστερα στάθηκε σε μια πέτρινη γούρνα,
γυμνή κι έπλενε τα δυο της τα βυζιά.
Τα έτριβε δυνατά και με πείσμα,
σιγομουρμούριζε αλλά δεν μπορούσα να ακούσω.
Ξάφνου η πόρτα άνοιξε,
βγήκε ένας άντρας με κοστούμι,
κοίταξε γύρω προσεκτικά και μετά
με βήμα βιαστικό χάθηκε στη στροφή,
πριν κλείσει η πόρτα, άκουσα τη γυναίκα,
- Δεν φεύγει με τίποτα η μυρωδιά των νεκρών.

Αντέχεις ; / Ειρήνη Ανδρέου


Μόνοι ερχόμαστε.. μόνοι φεύγουμε..
Στο ενδιάμεσο συμβιβαζόμαστε..
Μην τολμήσεις να επαναστατήσεις..
Κρύψε μέσα σου αυτά που θες να πεις,
δεν ωφελεί !!!! Βάδισε πλάι στο ψέμα
εκεί που είναι οι πολλοί με μία μάσκα
Μην τολμήσεις να την αφαιρέσεις...
Φόρα κι εσύ την δική σου και σώπα...
Βάψε τα μάγουλα σου μην προδοθείς..
Κρύψε την χλωμάδα της θλίψης, γέλα..
Βάλε σκιές στα χρώματα της ίριδας
να έχουνε και στρας .. ψεύτικης λάμψης..
Φόρα και τον σταυρό σου σαν καλός Χριστιανός..
Και γράφε αν θες μα όχι για αλήθειες..
Θα τα χαλάσεις όλα κι αφορισμένος θα' σαι.
Μην γράφεις για βρωμιά και σιχασιά του ανθρώπου
Για μίζες και προδότες και πατρίδες πουλημένες..
Καταραμένος ποιητής θα' σαι και μόνος...
Φόρα την μάσκα σου και βάδισε πλάι στο ψέμα...
και γράφε για τον έρωτα του ΕΓΩ , πολύ θ αρέσεις!!!!
"Μόνοι ερχόμαστε , μόνοι φεύγουμε"
Στο ενδιάμεσο συμβιβαζόμαστε
κι υποκρινόμαστε για ν' "αγαπιόμαστε"
μα αν το αντέχεις, αυτό ειναι το θέμα..
Αν αντέχεις να χάσεις τον εαυτό σου
για να' χεις το ψέμα μια ζωή για φίλο..
Όχι ευχαριστώ !!! Μόνος ήρθα μόνος θα φύγω..
Μα θα' χω την καλύτερη παρέα στο ενδιάμεσο..
Την μοναξιά μου, την αλήθεια κι ΕΜΕΝΑ!!!!

Τρίτη, 25 Απριλίου 2017

Στυλιανού Θεόδωρος : Ποιήματα

Θεόδωρος Στυλιανού (βιογραφικά στοιχεία)


Ο Θεόδωρος Στυλιανού γεννήθηκε στην Κοινότητα : Κάτω Αμίαντος το  1927 και πέθανε στη  Λευκωσία το 1998. Τελείωσε μόνο το Δημοτικό σχολείο καθ΄ όσον λόγω βιοποριστικών αναγκών έκανε διάφορα επαγγέλματα ενώ είχε ενεργό ανάμειξη στο εργατικό και συνδικαλιστικό κίνημα.
Δημοσίευσε τα πρώτα του ποιήματα σε λογοτεχνικά περιοδικά κατά τη δεκαετία του 1950 .
Εξέδωσε άλλες τρεις ποιητικές συλλογές:
  • Ένα και πολλά δέντρα, 1964 
  • Επιχωμάτωση, 1972 , 
  • Επιτρέψατέ μου, 1986
 ενώ μετά τον θάνατό του κυκλοφόρησε και η συλλογή του Τριζόνια του μικρόκαμπου (1998).

Αν την ηχώ / Στυλιανού Θεόδωρος


Αν την ηχώ της φωνής σας
ακούτε στη δική μου
είναι γιατί ποτέ
δεν τα κατάφερα να ζήσω μόνος.

Άμοιρο καλοκαίρι / Στυλιανού Θεόδωρος



Τα περιβόλια της Λαπήθου
και του Καραβά
Τ’ ασήμι που στραφταλίζει
τα δειλινά
στη θάλασσα των Πανάγρων

Όλα δικά μου...
Να πάρω το λεωφορείο
της γραμμής
πρωί να κατεβώ στ’ ακρόγιαλο...
Έσκασε κι ο τελευταίος τζίτζικας
του φετινού
άμοιρου καλοκαιριού

Χρυσάνθεμα στη βροντή / Στυλιανού Θεόδωρος

Θυμάσαι,
πρέπει να θυμάσαι τις μεσαρίτισσες
τα κυριακάτικα δειλινά
βόλτα στη δημοσιά
Λύση, Κοντέα, μέχρι Αφάνεια

Τραγούδι χαμηλόφωνο

γέλιο κι αναγέλασμα
ξεφάντωμα στο σούρουπο 
Αχ και να μου σκορπίσανε 
χρυσάνθεμα στη βροντή 
και στην ανεμοζάλη

Θυμάσαι,

πρέπει να θυμάσαι.

Κυριακή, 23 Απριλίου 2017

ΔΕΚΑ ΠΑΡΑ ΜΙΑ ΣΤΙΓΜΕΣ ΑΠΟΚΟΣΜΗΣ ΠΑΡΟΥΣΙΑΣ / Τιμοθέου Ανδρέας


Άνοιξα να μυρίσω το χώμα απ’ τη βροχή.
Πρώτη σκέψη εσύ, το καντήλι που θα έσβηνε.
*
Η ζωή είναι τόσο σκληρή,
που συνεχίζεται.
*
Κάθε μέρα είναι μια υποψήφια μέρα
να λάβω ένα σου όνειρο.
*
Αναλογίζομαι τον εγωισμό της θλίψης μου,
μα μου λείπει η αφή των ματιών σου.
Ας μου καταλογιστούν όλα τα υπόλοιπα…
*
Τις νύχτες δεν φαίνεται η σκόνη στα πράγματά σου…
*
Την ώρα του Κυριακάτικου μεσημεριού
μου λείπεις απ’ όλες τις ώρες πιο πολύ.
*
Όσο ξέρω πως με καρτεράς εσύ, δεν φοβάμαι τον θάνατο.
*
Στη λέξη αγαπημένη το «μου» θα είναι πάντα πλεονασμός...
*
Σπάω ρόδι, το σκορπώ και ξεφλουδίζω την αγάπη μας.
Τα υπολείμματά του τα ρίχνω στα περιστέρια
να έρθουν να σε βρουν.



Από την ανέκδοτη ποιητική συλλογή ''Πλανόδιος στα Σύνορα της Εδέμ''

Μέλι με δηλητήριο / Ειρήνη Ανδρέου


Με αγκαλιάζεις βιαστικά
και το ρολόι σου κοιτάς..
ένα φιλί στα πεταχτά
κι αν σ' αγαπάω με ρωτάς.
Φαρμάκι στάζει το φιλί,
παγώνει στων χειλιών την άκρη
φωνή έντος μου μ' απειλεί
κι απ του μυαλού τα μάκρη.
Αγάπη με ωράριο
αγάπη δίχως αύριο
Καρδιάς βασανιστήριο
μέλι με δηλητήριο
αγάπη εγκλωβισμένη
σε μια ζωή κλεμένη
Τι κι αν σου πω το σ' αγαπώ
τι κι αν μου πεις πως μ' αγαπάς..
σε νιώθω ρούχο δανεικό
μη μ' αγαπάς, μη με φιλάς.
Αγάπη μες στην ζητιανιά
πληγή που όλο θα στάζει
στα δυό σου κόβει την καρδιά
στο πουθενά σε βγάζει!!!

[Απόμακρα, μες στη νύχτα] / Λαμπής Γιάννος

Απόμακρα, μες στη νύχτα
η γη με τους Σταυρωμένους
- Άραγε τους μέτρησε ποτέ κανείς;
και το κτύπημα της καμπάνας 
σαν μια αιώνια, σάπια πληγή 
αναγγέλλει τα όνειρα που έμειναν για πάντα ανάπηρα.
Τα λόγια μου χάνονται μέσα στο πόνο
κι ο αδελφός μου χορεύει ένα ζεϊμπέκικο,
έχει ανοιγμένα τα χέρια σαν φτερούγες
και το κεφάλι ψηλά, κοιτάει απέναντι
- Το χάραμα θα ανέβω το Γολγοθά και θα χορέψω ένα Ζάλογγο
φωνάζει και η φωνή του τρίζει σαν σπασμένο γυαλί.
Μας κέρασε με μια φέτα χαμόγελο
- δεν έχω τίποτα άλλο έξω απ’ το χαμόγελο, αδέλφια μου.
Βρόντηξε πίσω του τη πόρτα
και μας άφησε μέσα στη νύχτα
να ψάχνομε για την χαμένη μας ανθρωπιά.

Προσδοκώντας / Χατζηματθαίου Άθως


Στο τριαντάφυλλο της καρδιάς
που άνθισε
καθώς η ζεστασιά της ανάσας σου του χάιδεψε γλύκα τα πέταλα
φτερούγησε η μικρή νεράιδα του έρωτα
που γεννήθηκε απ 'του πόθου σου το εξωτικό μεθύσι
όταν το φλογισμένο φιλί του θεού ήλιου
που κρυβόταν σε ένα ναρκωμένο όνειρο
αναδύθηκε γλύκα στα υγρά σου χείλη
ζωντανεύοντας τους αιώνιους πόθους
της αμφίβολης ύπαρξής του
προσδοκώντας σε μια πορεία αναγεννημένης ομορφιάς.

Σωκράτους Κώστας (μικρή αναφορά)

Γεννήθηκε στη Λευκωσία το 1939.
Τελείωσε την Εμπορική Σχολή Σαμουήλ.
Εξέδιδε το περιοδικό "Νέα Πατρίδα"

Έξέδωσε τρεις ποιητικές συλλογές και δύο μυθιστορήματα 

Ποιητικές Συλλογές:http://www.mam.com.cy/el-gr/authors/?AuthorId=8804&page=2
Μυθιστορήματα: Ο αφορισμένος (1964)

ΒΟΥΚΟΛΙΚΟ (απόσπασμα) / Σωκράτους Κώστας

Σαν από σπλάχνα γης όταν ταυμνεί το υνί
βγαίνει σαν άχνη τ΄ όνειρο παμπάλαιο κοντά μου 
και μες σ΄ αχνούς συνεφικούς και αναμοζάλη πρωινή 
σπάζει σε κρύσταλλο η γης τον Έρωτά μου
......

Κι εκεί στο ρέμα το βαθύ που ήταν όλο ένας αυλός,
στις καλαμιές  και στις ιτιές κουλούριαζαν οι ήχοι
και το ρυάκι γάργαρο και ριγηλό ωσάν τραυλός
έξυε κάτω στις πετριές το σουβλερό τ΄ ανύχι.

.......
Με χούφτες πέφτουν οι σκιές κι είναι τα κρίνα κοραλλιά
κι είναι τα χείλια σου φωτιές κι αστέρια 
κι είναι οι πλεξούδες σου θελιές που μας κρεμάζουν αγκαλιά 
σαν πεταλούδες και σκιές και περιστέρια. 

ένα θεριό / Χανδριώτου Ειρήνη


κάτω απ’ το δέρμα μου
μες στον εγκέφαλό μου
αρπάζει λυσσασμένα
την κάθε μου σκέψη
την καταβροχθίζει
και την ξαναγεννάει
επί χίλια
η κάθε σκέψη γίνεται φωνή
κι ακούω τρελές φωνές
να με ζαλίζουν
το θεριό να μη δαμάζεται
οι φωνές να μη σωπαίνουν
να, τώρα
μπέρδεψα το εγώ με το θεριό
και τις φωνές με τη φωνή μου

Ειρήνη Παπακυριακού (μικρή αναφορά)

Η Ειρήνη Παπακυριακού ζει στη Λευκωσία. Είναι λέκτορας ακαδημαϊκής γραφής στο Πανεπιστήμιο Λευκωσίας.  Γράφει ακαδημαϊκά άρθρα καθώς επίσης ποιήματα, διηγήματα, και θεατρικά έργα. Πρόσφατα έχει συμμετάσχει στο πρώτο διεθνές διαγωνισμό δραματοποιημένης ποίησης, «Poetry Slam», στη Κύπρο.

Του Χρόνου η Ωχρότητα / Ειρήνη Παπακυριακού


Η νωχελική κίνηση των κυμάτων
προκαλεί μια αντηχούσα σιωπή
που αντί να καθυποτάσσει,
αφυπνίζει ταραχώδεις θύμισες.
Απίστευτο φαντάζει
το πως ένα τόσο γαλήνιο σκηνικό,
ενόσω μαγεύει την θωριά,
αφήνει με κρυψίνοια το νεκρικό αποτύπωμα του
στην καρδιά του μοναχικού περιπατητή.
Και όμως..
Το προσωπείο της άηχής αυτής ζωής
αναγκάζει υποσυνείδητα τον θεατή
να ανασκαλέψει βαθιά
στης κλεψύδρας τους ωχρούς κόκκους
ελπίζοντας να βρει την χρυσοΰφαντη εποχή
όταν σ’ αυτή την ηλιοχαΐδευμένη προκυμαία
δυο νεαροί εραστές περπατούσαν στην
εύθυμη τυμπανοκρουσία της ενωμένης καρδιάς τους.
Φτάνοντας, ο άμοιρος, στον γυάλινο πάτο της
συνειδητοποιεί πως η κλεψύδρα έχει πλέον αντιστραφεί
και η εποχή της αθωότητας παρέλθει.
Δυστυχώς…
Στην αβυσσαλέα έρημο του χρόνου
οι γλυκές αυτές αναμνήσεις έχουν προ πολλού μαρτυρήσει.
Δίχως μια ζωντανή πραγματικότητα να τις αιμοδοτεί,
τα αποσυντεθειμένα ίχνη τους κείτονται
κάτω από μια απύθμενη σωρό από άμμο.


περισσότερα για την Ποιήτρια: http://www.poiein.gr/archives/36303/index.html#more-36303

Πέμπτη, 20 Απριλίου 2017

Ο Σιμεών, ο ποιητής / Κουγιάλης Θεοκλής


Ο Σιμεών, ο ποιητής ο έγκλειστος,
ο έπαινος και το καμάρι του Νησιού μας,
στις πεποιθήσεις Έλληνας, στη σκέψη Ευρωπαίος
αλλά στη γλώσσα και στιχοποιΐα γνήσιος Κυπραίος.

Ο λόγος του ακατέργαστος και συνοφρυωμένος
απόπνεε δριμύτητα. Χώλαινε λίγο στην κομψότητα
και ήταν άγευστος στης καλλιέπειας το νέκταρ.
Ο στίχος του ομιλητικός παρά γραπτός
με απρόσμενες μεταφορές, με αλληγορίες που ξενίζαν.
Το ύφος του ειρωνικό, αστόλιστο και άτσαλο
έσκαβε μέγα χάσμα κι έριχνε μέσα τους αμύητους.

Εξόχως ικανός στην ερμηνεία του παρελθόντος
στην κατανόηση του παρόντος άφθαστος
δεινότατος στην πρόβλεψη του μέλλοντος.
Σαν αετός πετούσε πιο ψηλά από τους φλύαρους
τερετισμούς της εποχής του και σαν γεράκι
ορμούσε και σημάδευε τον στόχο του.

Αυτά για την υπεροχή του. Και είναι λίγα!

ο νεκρός στρατιώτης / Κουγιάλης Θεοκλής

Μια ζωή γεμάτη αίμα έπεσε κοντά στο ρέμα
το ποτάμι μουρμουρούσε και πικρά μοιρολογούσε
πεταλούδες κατεβαίνουν με χρυσές κλωστές τον δένουν
την ψυχή του την κρατούνε και πικρά μοιρολογούνε

Ανθέ μου που μαράθηκες τα σπλάχνα μου τα μαύρισες
ονείρατα που έκανα κρυφά μου πνίγηκαν στα αίματα

Πόρτα άνοιξε στον ήλιο μπαίνει σε χρυσό βασίλειο
και η μάνα του λυγάει και πικρά μοιρολογάει
μια ζωή γεμάτη αίμα έπεσε κοντά στο ρέμα
το ποτάμι μουρμουρούσε και πικρά μοιρολογούσε

Ανθέ μου που μαράθηκες τα σπλάχνα μου τα μαύρισες
ονείρατα που έκανα κρυφά μου πνίγηκαν στα αίματα

Πρακτική / Σταύρος Στάυρου



Δε μαθαίνεις πώς
να λατρεύεις μια γυναίκα

 μέσα από βιβλία κι εγχειρίδια.
Η γυναίκα δεν είναι θεωρία
είναι πράξη και
για να μάθεις πρέπει να καείς
πολλές φορές,
τόσες ώστε να καταλάβεις πώς
να χάνεις την υπόστασή σου
πάνω στο γυμνό κορμί της και
να είσαι μόνο
ο αναστεναγμός της.  



αναδημοσίευση από (όπου μπορείτε να διαβάσετε και περισσότερα ποιήματα του): http://evaneocleous.blogspot.com.cy/2017/03/blog-post_17.html

Κυριακή, 16 Απριλίου 2017

Μια κάποια Οδύσσεια / Λουίζα Αριστοτέλους


Θα φύγω.
Αλλά θα ‘ναι για λίγο
Κι όσο οι Πηνελόπες θα υφαίνουνε
Να μην ανησυχείς
Μόνο λίγο το παράθυρο
Να ‘χεις κάθε βράδυ ανοιχτό
Για να δικαιολογώ το λίγο μου
Και ν’ αλαφραίνω το πολύ σου
Και θ’ ανταμώνουμε συχνά
Πίσω από τη μυρωδιά του θυμιατού
Να θυμάσαι αγαπημένη
Ποτέ δεν ήτανε δέκα τα χρόνια της επιστροφής

Σοφοκλέους Άγγελος (μικρή αναφορά)

Ο Άγγελος Σοφοκλέους γεννήθηκε το 1994 στη Λευκωσία. 

Ποιητικές Συλλογές: Περί ζωής και Θανάτου (Αρμίδα/ 2013) 

Ο ακροβάτης του ονείρου / Άγγελος Σοφοκλέους


Ο ακροβάτης του ονείρου
τολμηρά ταλαντεύεται στης ζωής το σκοινί
τα όνειρά του μαχόμενος να ισορροπήσει.
Πουνέντηδες, όστριες κι απηλιώτες,
σ’ ανθρώπους μεταμφιεσμένοι,
τη ρότα του ν’ αλλάξουν προσπαθούν
και στο βυθό τους να τον πνίξουν.
Μα από ’κει ψηλά,
τα μονοπάτια του κόσμου όλου παρατηρεί
κι ακούει την κατεύθυνση που προστάζουν τα όνειρά του.
Το σκοινί που κάποτε
απ’ το βάρος του απέραντου σκίζεται
με όρεξη κι υπομονή επιδιορθώνει,
σφικτά κρατώντας τα όνειρά του.
Κι όσους τα όνειρά τους στο κενό ρίχνουν
το βάρος τους για ν’ αλαφρύνουν
και να ’χουν μια πορεία πιο εύκολη,
δε ζηλεύει,
αφού χωρίς όνειρα ταλαντεύονται
πάνω σε σκισμένο σκοινί
με άγνωστο προορισμό.

Γιώργος Χριστοδούλου (μικρή αναφορά)

Ο Γιώργος Χριστοδούλου γεννήθηκε στην Αθηαίνου. Ασχολείται με το γράψιμο και την ποίηση. 

Ονοματολογία / Χριστοδούλου Γιώργος


Τις πατρίδες τις είπαν έτσι
για να θυμίζουν πόσο εύκολα,
μ’ έναν απλό αναγραμματισμό,
μιαανάξια λόγου εσωτερική αναδιάρθρωση
φυτρώνουν εκεί βασίλισσες, αξιωματικοί, μαυρόασπρα
τετράγωνα και παρατεταγμένοι στρατιώτες.
Τις πατρίδες τις είπαν έτσι
για να μην αφήνουν να ξεχάσεις πόσο αδυσώπητα εύκολα
τρέπονται σε παρτίδες.


Στον Σταθμό / Λάμπρος Πολυβίου

Τελειώνει σαν κακόφημος οιωνός
η μεθυσμένη ανάσα.
Δεσπόζει και σέρνεται 
Σαν την άθλια ζωή σου.
Στη στάση πάντα κάθεσαι 
κι αδημονείς με περιττή αυταρέσκεια,
κάποια διαμελισμένα
σφύγμοντα αστεία που τα λες 
μόνο σε ένα ξαπλωμένο.
Ένας συρμός που ενώνει 
το πριν με το ποτέ.
Τον πατάς και λες «σκουπίδι»,
γυαλιστερό και άτιμο μεν,
Αλλά μαζεμένο από εσένα.
Δεν έρχεσαι.
Κι έτσι όλη η πλάση μετουσιώνεται
για μας τους ξεγραμμένους.
Γίνεται δίψα και φιλότιμο,
σαν θύτης που σου χαρίζει
την επόμενη στιγμή.
«Ξεκουμπίσου» προστάζεις και σέρνεσαι 
επτά το βράδυ σε κάτι κοροιδεύοντες φιλέσπλαχνους,
εσύ και η ψυχή σου η τρύπια.
Μετάνοιωσες και με είδες.
Τι νόμισες.
Μόνος μου κάνω τον τυφλό χρόνια 
τώρα για να σε νιώθω καλύτερα.

Λάμπρος Πολυβίου (μικρή αναφορά)

Ο Λάμπρος Πολυβίου γεννήθηκε στη Λευκωσία το 1988. Είναι απόφοιτος του τμήματος της Ιατρικής του Αριστοτελείου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης.

Ποιητικές συλλογές :

  • Οι θύμησες, 2015 και 
  • Γενικώς Χρεωστούμενα, 2016
(εκδόσεις : Κεντρί) 

Μια Βροχερή Ελευθερία / Λάμπρος Πολυβίου


Αδειανές γωνίες ενός μακρινού
παρελθόντος.
Κάθε μια κι από ένα ξέσπασμα βροχής.
Αντικαταθλιπτικά και βοές
σε τόπους παλινδρομούντες.
Χέρια που δίστασαν να σε φωλιάσουν
κι άλλα τόσα που έδειξαν
τον σταυρωμένο σου εγωισμό.
Κλέψε με πάθος εμένα,
μια δικιά μου ματιά
και κάνε με φως αβέβαιο, αδίστακτο
κι ημιτελές.
Τσάκισέ με κι άσε με να πετάξω
όπως πρώτα.
Σάπιες ιστορίες,
ψαλιδισμένες όπως πρέπει
κι όπως τύχει.
Μάτια που παλιμπαιδίζουν
φτου ξελευθερία λες
και κλαις.
Γιατί δεν γουστάρεις που ’σαι
ένας αδειανός, ελεύθερος καρδιάς.
Τολμώ να σ’ ονειρεύομαι όμως.
Κι αυτό κάτι είναι…

Σπουδή στο χρόνο/ Νεκτάριος Ροδοσθένους


21/7/16, Αγία Νάπα

Ο χρόνος είναι υποκειμενικός,
σχετικός
Διαφέρει από άνθρωπο σε άνθρωπο
Και από κατάσταση σε κατάσταση
Μετριέται στις λούπες των κυμάτων
Στις συνεχείς καύσεις του ήλιου/ ηλίου
Στην σταδιακή εξάλειψη των πάγων
Και του ανθρώπινου είδους
Ο χρόνος μετριέται σε μνήμες
και μνημόσυνα
Μπορεί, ακόμη, να θεωρηθεί σαν μια timelapse
Της οποίας η διάρκεια λήψης μεταξύ μιας στιγμής, με την επόμενη
παραμένει άγνωστη



πηγή: http://www.poiein.gr/archives/35919/index.html

Χριστίνα Μαραγκού (μικρή αναφορά)

Η Χριστίνα Μαραγκού σπούδασε ψυχολογία στο Πανεπιστήμιο του Λέστερ στην Αγγλία. Ασχολείται με την ποίηση. 

Μη-ποιητής / Χριστίνα Μαραγκού


Δεν είμαι ποιητής.
Ντρέπομαι να βυθιστώ σ ’αυτή τη θάλασσα της ποίησης,
Τη σκούρα και βαθιά.
Τη γεμάτη μαργαριτάρια και καράβια ξεχασμένων καιρών.
Δεν είμαι ποιητής.
Δεν μπορώ να πετάξω σε ουρανούς χρυσαφένιους γεμάτους πουλιά.
Σε ουρανούς σκοτεινούς γεμάτους αστέρια.
Δεν είμαι ποιητής.
Δεν μπορώ να δω κάτω απ’ το χώμα, πίσω απ’ τον καθρέφτη, μέσα στην τηλεόραση, έξω απ’ το δικό μου κεφάλι.
Είμαι ένας μη-ποιητής.
Χωρίς αναπνοή, χωρίς φτερά, χωρίς μυαλό, χωρίς τίποτα.
Μόνο με μια πένα στο χέρι.
Ένας μη-ποιητής με μια πένα στο χέρι.


Κυριάκος Κώστα (μικρή αναφορά)

Ο Κυριάκος Κώστα ζει στην Λάρνακα. Ασχολείται με την μουσική ενώ παράλληλα γράφει  διηγήματα και ποιήματα. 

ΙΔΙΑΙΤΕΡΟΤΗΤΑ / Κυριάκος Κώστα


Κι αν ο λόγος,
σκληρός
και ακατάπαυστος που είναι,
απελευθερωνόταν, για μια στιγμή,
από τα δεσμά της γλώσσας
και μεταμορφωνόταν σε
πράξη,
η ελπίδα θα γινόταν Άνοιξη
και η αγάπη Καλοκαίρι.
Το δίκαιο θα είχε την δική του εποχή
καθώς η ιδιαιτερότητα αυτή
του λόγου,
θα υπερίσχυε.
Παντός καιρού και χρόνου.
Επιτέλους!

Κυριακή, 9 Απριλίου 2017

Ανδρονίκη ή Φεβρωνία / Πεφρωνία : Ένα αφηγηματικό τραγούδι του Ελληνισμού

Συλλογή στοιχείων από τις πηγές που αναφέρονται, 
σκέψεις και απόψεις του Δημητρίου Γκόγκα

      H «Ανδρονίκη» είναι ένα Δημοτικό, αφηγηματικό τραγούδι που για πρώτη φορά το άκουσα στην Κύπρο. Μου έκανε εντύπωση ο ρυθμός του τραγουδιού αλλά κυρίως οι στίχοι που περιγράφουν ένα πραγματικό περιστατικό, που λέγεται πως συνέβη σε «μέρη ελληνικά» ή για την ακρίβεια στα «μέρη της Ελλάς» Αυτό μπορεί και να σημαίνει ότι οι στίχοι γράφτηκαν στον Ελλαδικό  χώρο και αργότερα η Λαϊκή Μούσα με την έντονη κινητικότητα, λόγω και των κοινωνικοοικονομικών μεταβολών, τους προσάρμοσε στον Κυπριακό περιβάλλον δίνοντας έντονο χαρακτηριστικό χρώμα, δυνατό ήχο,  ρυθμό και ασύγκριτη μελωδία.  Βέβαια η προέλευση του τραγουδιού έχει διχάσει ευχάριστα. 
    Πολλοί είναι που εκτός από την Κύπρο, αναφέρουν ως αρχή της Δημιουργίας του τραγουδιού την Λακωνία (Σπάρτη),  τη Ρόδο (ο τραγουδιστής Γιάννης Κλαδάκης το τραγουδά ως Δημοτικό τραγούδι της Ρόδου: https://www.youtube.com/watch?v=88L9Ru6pXvM), τη Θράκη, την Αντίπαρο,  τη περιοχή της Πάτρας, την ευρύτερη περιοχή των Δωδεκανήσων, ενώ ο μουσικοσυνθέτης Ανδρέας Α. Αρτέμης διασκευάζοντας το τραγούδι : Η ιστορίας της Φεβρωνίας το αναφέρει ως μικρασιατικό. (https://www.youtube.com/watch?v=R1B5MpIwQGM)

     Αναζητώντας στοιχεία για το περιστατικό καταλήγουμε στο συμπέρασμα ότι αυτό συνέβη στην Κοινότητα Άγιος Ιωάννης Σπάρτης (βρίσκεται σε υψόμετρο 210 μέτρων) ή στον Αι Γιώργη Λακωνίας (Υψόμετρο 700 μέτρα) σε απροσδιόριστη χρονική στιγμή αλλά σίγουρα στις αρχές του  περασμένου αιώνα, όταν η πρωταγωνίστρια (με το ασυνήθιστο όνομα: Φεβρωνία ή Πεφρωνία) τόλμησε να πάει στον καφενείο, φορώντας ρούχα ευρωπαϊκά (παντελόνια δηλαδή) να παίξει χαρτιά, να πιει καφέ και να φουμάρει ναργιλέ, συνοδευόμενη από κάποιον άνδρα (εραστή, αγαπητικό, άνδρα κτλ)  Η καταπάτηση των ηθών είναι προφανής, χαρακώνεται η τιμή της οικογενείας, η τοπική κοινωνία προδίδεται και ο αδελφός καλείται να σώσει τη τιμή, σκοτώνοντας (θυσιάζοντας) την γυναίκα.  

Οι στίχοι του Δημοτικού τραγουδιού στην Επαρχία της Λακωνίας είναι οι κάτωθι:

Στη Σπάρτη στον Αη Γιάννη βαρούνε τα βιολιά, *
χορεύει η Φεβρωνία με τα ευρωπαϊκά.

Δυο φίλοι του αδερφού της την εγνωρίσανε,
και αμέσως στο Βαγγέλη το μαρτυρήσανε.

Τι κάθεσαι Βαγγέλη, δεν πας στον καφενέ,
να δεις την αδερφή σου, φουμέρνει ναργιλέ.

Αμέσως ο Βαγγέλης μπαίνει στον καφενέ,

δυο τουφεκιές της ρίχνει, την παίρνει ξέσκουλα,
της ρίχνει κι άλλη μια, την παίρνει στην καρδιά.

*Ο πρώτος στίχος ακούγεται και ως: Στης Σπάρτης τα περβόλια, στης Σπάρτης τα στενά..


Στο διαδίκτυο βρήκαμε και του παρακάτω στίχους. Εδώ η πρωταγωνίστρια ονομάζεται Πεφρωνία, και εκτός του κατηγορητηρίου της, υβρίζεται ως κακούργα.  Μετά και τους τέσσερις πρώτους στίχους οι δύο εκδοχές του τραγουδιού είναι ταυτόσημες.

Το μάθατε τι εγίνη στη Σπάρτη μια βραδιά, 
π' εντύθ' η Πεφρονία (την κακούργα )στα ευρωπαϊκά

Παίρνει τον εραστή της, πάει στον καφενέ,
 
στον καφετζή διατάζει (την κακούργα ) καφέ και άργιλέ.

Δυο φίλοι του αδερφού της την εγνωρίσανε,
και αμέσως στο Βαγγέλη το μαρτυρήσανε.

Τι κάθεσαι Βαγγέλη, δεν πας στον καφενέ,
να δεις την αδερφή σου, φουμέρνει ναργιλέ.

Αμέσως ο Βαγγέλης μπαίνει στον καφενέ,
δυο τουφεκιές της ρίχνει, την παίρνει ξέσκουλα,
της ρίχνει κι άλλη μια, την παίρνει στην καρδιά.


Το Δημοτικό αυτό τραγούδι ηχογραφήθηκε στην Αμερική το 1929 με τίτλο: Πεφρωνία η Σπαρτιάτισσα και τραγουδήθηκε από την κα Διαμάντω Βασιλάκου. Μπορείτε να το ακούσετε στη διεύθυνση: https://www.youtube.com/watch?v=w_ptLJHfKC8

Και ακόμα μία εκδοχή με πρωταγωνίστρια και πάλι την Πεφρωνία, αυτή τη φορά στην Κοινότητα του Αγίου Ανδρέα στην ίδια περιοχή (Λακωνίας αλλά και Αρκαδίας )

Κάτω στον Αγι’-Αντρέα βαράνε τα βιολιά,
χορεύει η Πεφρωνία με τα Ευρωπαϊκά.

Τρεις φίλοι του Βαγγέλη τήνε γνωρίσανε,
τρέχουνε στο Βαγγέλη, τη μαρτυρήσανε.

Πηγαίνει ο Βαγγέλης μέσα στον καφενέ,
βρίσκει την Πεφρωνία, φουμάριζε αργιλέ.

Μια πιστολιά τής ρίχνει στα φυλλοκάρδια της,
μικροί, μεγάλοι κλάψαν την ομορφάδα της.


Κάποιες άλλες παραλλαγές του τραγουδιού

(αναρτημένες στο διαδίκτυο 
από την κα Γεωργία Κωτσόβολου)
Α. 

Στη Σπάρτη στον Αγιώργη βαρούνε τα βιολιά
Χορεύει η Πεφρωνία τα ευρωπαϊκά

Δυο φίλοι του Βαγγέλη  την εγνωρίσανε
Και στο Βαγγέλη πάνε τα μαρτυρήσανε

Βαγγέλη η αδελφή σου είναι στον καφενέ
με τον Πετροπουλάκη το λοχία φουμάρει ναργιλέ

Αμέσως ξεσηκώθη βάζει ξενόμαλλα
Και και πιστόλι εζώστη πάει στον καφενέ

Μια πιστολιά της ρίχνει  την παίρνει στα πλευρά
της ρίχνει και δευτέρα  την παίρνει στην καρδιά

Δεν τόλπιζα Βαγγέλη  να με σκοτώσετε
και τον Πετροπουλάκη τον λοχία να μη μου δώσετε

Καημένη Πεφρωνία  πού είναι η καδένα σου
Εντρόπιασες εμένα  και τον πατέρα σου

Καημένη Πεφρωνία πού είν’ το ρολόι σου
Εντρόπιασες εμένα και όλο το σόι σου

Και ο Πετροπουλάκης  απ’το ψηλό βουνό
-Ψυχή μου Πεφρωνία δεν θα σε ξαναδώ


Β

Το μάθατε τί έγινε στη Σπάρτη μια βραδιά 
σκοτώσανε την Πεφρωνία με τα ευρωπαϊκά

 Δυο φίλοι του Βαγγέλη  την εγνωρίσανε
Και στο Βαγγέλη πάνε τα μαρτυρήσανε

Σηκώνεται ο Βαγγέλης πάει στον καφενέ
βρίσκει την Πεφρωνία (την κακούργα) 
με τον Πετροπουλάκη το λοχία να φουμάρουν ναργιλέ

Δυο πιστολιές της ρίχνει τη βρίσκει στα πλευρά
την ξαναδευτερώνει τη βρίσκει στην καρδιά 

Δεν τόξερα Βαγγέλη πως θα με σκότωνες 

και στον Πετροπουλάκη το λοχία να μη με έδινες 


Στην προσπάθεια  να αναλύσει κανείς το τραγούδι και να ξεδιπλώσει την τραγική ιστορία, διαπιστώνει ότι αρχικά η Φεβρωνία (το όνομά της προέρχεται από το λατινικό februo που σημαίνει κατά βάση εξαγνίζω ) η Πεφρωνία και αργότερα η Ανδρονίκη (< ἀνήρ + νίκη) που αρχικά είναι τίμια και αγνή κάνει την μικρή επανάστασή της σε μια εποχή που δεν μπορεί να δεχτεί τη γυναίκα εκτός της οικογενειακής εστίας. Επιλέγει τον καφενέ, ένα ανδροκρατούμενο στέκι όπου μπορούσε κάποιος να πιει καφέ, σουμάδα, να παίξει χαρτιά και να φουμάρει ναργιλέ. Είτε η Φεβρωνία, είτε η Πεφρωνία και  είτε η Ανδρονίκη φορά ρούχα Ευρωπαϊκά, δηλαδή παντελόνια, θέλοντας ίσως,  όχι μόνο να καλυφθεί φοβούμενη ότι κάποιος θα την αντιληφθεί, αλλά και να τονίσει την ισότητα , προστάζει τον καφετζή (προσέξτε δεν παραγγέλνει) να της κάνει καφέ, Σουμάδα, να της φέρει να φουμάρει ναργιλέ, ενώ δεν διστάζει να χορέψει. Και εκείνη τη στιγμή που διασκεδάζει συνοδευμένη από  τον εραστή, αγαπητικό, κάποιον παλληκαρά, την αντιλαμβάνεται η άμεμπτη κοινωνία με τα μάτια δύο ή τριών (δεν έχει ουσιαστική σημασία) ανδρών  και το μαρτυρά στον Βαγγέλη (Βαγγέλης =φορέας καλών ειδήσεων)  τον αδελφό της. Εδώ θα πρέπει να προσέξουμε πως σε ορισμένες παραλλαγές, ως συνοδός ή αγαπητικός της αναφέρεται ο Λοχίας Πετροπουλάκης, επίθετο που στις περιοχές της Λακωνίας, Μεσσηνίας συναντάται πολύ συχνά.  Οι φίλοι τον παροτρύνουν να τρέξει στον καφενέ για να δει την αδελφή του που ρεζιλεύει όχι μόνο την οικογένεια αλλά και όλο το σόι της. Διευρύνεται έτσι το μέγεθος της ντροπής, του ρεζιλέματος, του κηλιδώματος. Ο αδελφός αρματώνεται, παίρνει μαζί του τα φονικά όπλα (τουφέκι και μαχαίρι) και σπεύδει να αποκαταστήσει την τιμή της οικογενείας. Ο μικρός διάλογος που ακολουθεί μεταξύ του αδελφού και της Ανδρονίκης ή Φεβρωνίας, δεν ξεδιαλύνει το θολωμένο μυαλό, είναι απλώς η μετάβαση στο φρικτό τέλος, που στην εποχή εκείνη του περασμένου αιώνα, είναι και αναμενόμενο. Η γυναίκα πέφτει νεκρή από το χέρι του αδελφού, το κρίμα (η  ηθική ευθύνη και συνενοχή) στους δύο φίλους ενώ ουσιαστικά η ίδια η κοινωνία θρηνεί την δική της κατάντια την δική της έκθεση στη ζωή. Ο κόσμος όλος (Ρωμιοί και Τούρκοι) κλαίνε τη γυναίκα που θυσίασε τη ζωή της σε μια κοινωνία που στέκεται ανέντιμα και ρατσιστικά απέναντι στα μέλη της αιώνες τώρα.
Απουσιάζει η απονομή δικαιοσύνης, πιθανόν και εσκεμμένα. Η σιωπή στο σημείο αυτό ίσως σημαίνει και την αποδοχή της εσχάτης τιμωρίας που επιβλήθηκε από τον αδελφό. Η Κοινωνία κλείνει το στόμα, τα μάτια, αναποδογυρίζει τον καφέ στο πέρασμα της νεκρής, αποστρέφεται κάθε μη αποδεκτή αλλαγή.
Σε μια μόνο εκδοχή που βρήκαμε στην Κύπρο, ο αδελφός Βαγγέλης συλλαμβάνεται, δικάζεται και οδηγείται στην κρεμάλα. 


Οι ομοιότητες και διαφορές σημαντικών στοιχείων στο τραγούδι όπως συναντάται αναγράφονται στους παρακάτω πίνακες. 

Γεωγραφικό Διαμέρισμα Ελλάδας και Κύπρου
Όνομα Γυναίκας
Πρόσωπο που συνοδεύει την Γυναίκα
Όνομα Αδελφού
Τόπος εγκλήματος
Λακωνία
(1η εκδοχή)
Φεβρωνία

Βαγγέλης
Αι Γιάννης Σπάρτης
Καφενές
Λακωνία
(2η εκδοχή)
Πεφρωνία
Εραστής
Βαγγέλης
Σπάρτη
Καφενές
Λακωνία
(3η εκδοχή)
Αρκαδία
Πεφρωνία
Λχίας Πετροπουλάκης
Βαγγέλης
Αι Γιώργης Σπάρτης
Καφενές
Αντίπαρος
Ανδρονίκη
Εραστής
(Πετροπουλάκης ο νέος που αγαπά)
Βαγγέλης
Στης Πόλης τα Στενά
Καφενές
Αχαία
Αναφέρεται απλώς ως αδελφή

Βαγγέλης
Στης Πάτρας τα χωριά
Καφενές
Ευρύτερη Περιοχή Δωδεκανήσων
Ανδρονίκη
Ο Άνδρας της
Βαγγέλης
Πέρα Μαχαλάς (κάποια γειτονιά)
Καφενές
Ρόδος
Ανδρονίκη
Ο αγαπητικός της
Βαγγέλης
Στης Ρόδου τα χωριά
Καφενές
Μικρά Ασία
Φεβρωνία

Βαγγέλης
Μαχαλάς (γειτονιά)
Καφενές
Κύπρος
(1η εκδοχή)
Ανδρονίκη
Κάποιος Παλληκαράς
Βαγγέλης
Σε μέρη της Ελλάς
Καφενές
Κύπρος
(2η εκδοχή)
Ανδρονίκη
Κάποιος Παλληκαράς
Βαγγέλης
Σε μέρη της Ελλάς
Καφενές
Κύπρος
(3η εκδοχή)
Ανδρονίκη
Κάποιος Παλληκαράς
Βαγγέλης
Σε μέρη Ελληνικά
Καφενές


Γεωγραφικό Διαμέρισμα Ελλάδας και Κύπρου
Κατηγορητήριο
Φονικό Όπλο
Χαρακτηρισμοί Γυναίκας
Ηθικοί Αυτουργοί
Αιτίες/ Αποτελέσματα του φονικού
Λακωνία
(1η εκδοχή)
Χορός με ευρωπαϊκά, κάπνισμα με ναργιλέ
Τουφέκι

Δυο φίλοι του αδελφού

Λακωνία
(2η εκδοχή)
Ντύθηκε με ρούχα ευρωπαϊκά, έπινε καφέ και ναργιλέ 
Τουφέκι
Κακούργα
Δυο φίλοι του αδελφού

Λακωνία
(3η εκδοχή)
Αρκαδία
Χορεύει Ευρωπαικούς χορούς, πίνει καφέ και καπνίζει ναργιλέ
Τουφέκι
Κακούργα
Δυο φίλοι το αδελφού
Προσβολή της   οικογενείας, όλου του σόι,
Αντίπαρος
Ντύθηκε με ρούχα ευρωπαϊκά, έπινε σουμάδα και ναργιλέ 
Μαχαίρι κοφτερό
Κακούργα
Δυο φίλοι του αδελφού
Αποστροφή και συνάμα οδυρμός για τον χαμό της
Αχαία
Ντύθηκε με ρούχα ευρωπαϊκά και έπινε ναργιλέ
Μαχαίρι
Κακούργα
Τρεις φίλοι του αδελφού

Ευρύτερη Περιοχή Δωδεκανήσων
Ντύθηκε με ρούχα ευρωπαϊκά, έπινε σουμάδα και ναργιλέ 
-
-
Τρεις φίλοι του αδελφού
Προσβολή της οικογενείας
Ρόδος
Ντύθηκε με ρούχα ευρωπαϊκά, έπινε καφέ και ναργιλέ 
Μαχαίρι

Δυο φίλοι του αδελφού
Προσβολή της   οικογενείας, όλου του σόι, Οδυρμός για τον χαμό της τόσο από Ρωμιούς όσο και από Τούρκους
Μικρά Ασία
Φούμαρε ναργιλέ
Μαχαίρι
Σκύλα, Παλιόγρια


Κύπρος
(1η εκδοχή)
Φόρεσε ρούχα ευρωπαϊκά, φούμαρε ναργιλέ, έπινε καφέ και έπαιζε χαρτιά
Μαχαίρι

Δυο φίλοι του αδελφού
Ντροπή στην οικογένεια, στο σόι, οδυρμός για τον χαμό της όμορφης γυναίκας. Ο Βαγγέλης δικάζεται και οδηγείται στην Κρεμάλα
Κύπρος
(2η εκδοχή)
Φόρεσε ρούχα ευρωπαϊκά, φούμαρε ναργιλέ, έπινε καφέ και έπαιζε χαρτιά
Μαχαίρι

Δυο φίλοι του αδελφού
Ντροπή στην οικογένεια, στο σόι, οδυρμός για τον χαμό της όμορφης γυναίκας.
Κύπρος
(3η εκδοχή)
Φόρεσε ρούχα ευρωπαϊκά, φούμαρε ναργιλέ, έπινε καφέ και έπαιζε χαρτιά
Τουφέκι και Μαχαίρι

Δυο φίλοι του αδελφού
Ντροπή στην οικογένεια, στο σόι, οδυρμός για τον χαμό της όμορφης γυναίκας.









































































Στην Αντίπαρο το τραγούδι έχει ως εξής:


Η Ανδρονίκη

Τα μάθατε τι έγινε στης Πόλης τα στενά;
Εντύθηκε μια νέα, η κακούργα εις τα ευρωπαϊκά. 
Τον εραστή της παίρνει, πάει στον καφενέ,
τον καφετζή διατάζ’ η κακούργα σουμάδα κι αργιλέ. 
Οι φίλοι τ’ αδερφού της την εγνωρίσανε,
στον αδερφό της πάνε την κακούργα, τη μαρτυράνε. 
Τι κάθεσαι, Βαγγέλη, δεν πας στον καφενέ
να δεις την αδερφή σου, την κακούργα πώς πίνει αργιλέ. 
Σηκώνεται ο Βαγγέλης, πάει στον καφενέ,
βλέπει την αδερφή του την κακούργα, που πίνει αργιλέ. 

Άντε, βρε Αντρονίκη, πάμε στο σπίτι μας,
το μάθαν οι γονείς μας, καημός και λύπη μας. 
Ώρα καλή, Ανδρονίκη, πούν’ το ρολόι σου;
Ρεζίλεψες εμένα κι όλο το σόι σου. 
Άσ’ με, Βαγγέλη, άσ’ με τον αργιλέ να πιω
με τον Πετροπουλάκη, το νέο που αγαπώ.
Απ’ τα μαλλιά την άρπαξε και χάμω την πετάει.
Βγάζει μαχαίρι κοφτερό και την καρδιά τρυπάει.
Όταν την επερνούσαν από τον καφενέ,
στρέψαν τα φλιτζανάκια και χύναν τον καφέ. 
Όταν την επερνούσαν απ’ τη μάνα της,
μικροί, μεγάλοι κλαίγαν την ομορφάδα της.


Στην περιοχή της Πάτρας

Εμάθατε τί γίνηκε στής Πάτρας τα χωριά
που ντύθηκε μιά νέα-την κακούργα-τα ευρωπαϊκά

Τρείς φίλοι τ΄αδερφού της την εγνωρίσατε
και στον Βαγγέλη πάνε-την κακούργα-την μαρτυρήσανε

Τί κάθεσαι Βαγγέλη δεν πας στον καφενέ
να δεις την αδερφή σου-την κακούργα-να πίνει αργιλέ

Κινάει ο Βαγγέλης και πάει στον καφενέ
βρίσκει την αδερφή του-την κακούργα-να πίνει αργιλέ

Τρεις μαχαιριές της δίνει στην δεξιά πλευρά
της έβγαλε τα σκώτια τα πλεμόνια κι όλα τα σωθικά


Στην ευρύτερη περιοχή των Δωδεκανήσων

Για ακούσατε τι γίνηκε στο πέρα μαχαλά
Ένα κορίτσι εντύθει στα ευρωπαικά

Παίρνει τον άνδρα της και πάει στο καφενέ
Τον καφετζή διατάζει σουμάδα κι αργιλέ

Τρεις φίλοι του αδελφού της την εγνωρίσανε
Πάσι στον βαγγέλη την παρεγκρίσανε

Σηκώνεται ο Βαγγέλης, πάει στον καφενέ,
θωρεί την Ανδρονίκη , να πίνει αργιλέ. 

Κρίμα σου Ανδρονίκη, συ κι η παρέα σου
Και μ΄ έκαμες ρεζίλι και τον πατέρα σου



Στη ρόδο

Εκούσατε τ’ έγενε στης Ρόδου τα χωριά
Εντύθηκε μια νέα,  τα ευρωπαϊκά. 

με τον γαπητικό της, πάει στον καφενέ,
τον καφετζή προστάζει καφέ και ναργιλέ.  

Δυό φίλοι τ’ αερφού της την εγνωρίσασι,
και στον Βαγγέλη  πάσι την παραγκρίσασι. *

Τι κάθεσαι, Βαγγέλη, δεν πας στον καφενέ
να δεις την Ανδρονίκη, που πίνει ναργιλέ. 

Σηκώνεται ο Βαγγέλης, πάει στον καφενέ,
θωρεί την Ανδρονίκη , που πίνει ναργιλέ. 

Δεν ντρέπεσαι Αντρονίκη, κρίμα στο μπόι σου
εντρόπιασες εμένα κι όλο το σόι σου.

Τραβάει τη μαχαίρα  ρίχνει την στα δεξιά
Χύθηκαν τα τζιέργια κι όλα τα σωθικά.

Τι σουκαμα Βαγγέλη και με σκοτώνετε
Στου καφενέ την πόρτα και με ξαπλώνετε;

Κάτω στη κρύα βρύση θέλω το μνήμα μου
Οι φίλοι τ΄ αελφού μου νάχουν το κρίμα μου.

Όταν την επερνούσαν που το μακρύ στενό
Τούρκοι ρωμιοί εκλαίγαν τον άσπρο της λαιμό

Κι όταν την επερνούσαν από τα κατσαπιά
Τούρκοι ρωμιοί εκλαίγαν τα μαύρα της μαλιά

Όταν την επερνούσαν απ’ τη μάνα της,
Τούρκοι ρωμιοί εκλαίγαν την ομορφάδα της.

*Παραγκρίζω: προδίδω, καταγγέλω

Στη Μικρά Ασία

Άκουστα Φεβρωνία δεν τα ΄πραξες σωστά
Και μ΄ έκανες ρεζίλι σκύλα σ΄ όλο τον μαχαλά.

Τι κάθεσαι Βαγγέλη δεν πας στον καφενέ
Να δεις την αδελφή σου την παλιόγρια που παίρνει ναργιλέ

Τρεις μαχαιριές τη ρίχνει στην άκρια πλευρά
Τις έφαγε τα σκώτια τα πνευμόνια κι όλα τα σωθικά

Γιατί μωρή κακούργα που παίρνεις τον λουλά
Και μ΄ έκανες ρεζίλι σκύλα σ΄ όλο τον μαχαλά.

Στην Κύπρο

Το 2014,  το θέμα της προέλευσης του Δημοτικού Τραγουδιού «Ανδρονίκη» απασχόλησε και την εφημερίδα της Ομογένειας «Εθνικός κήρυκας».   Εκεί ανάμεσα σε πολλές απόψεις κυριαρχεί και αυτή του Μιχάλης Τερλικκά,  ο οποίος ασχολείται ως ερευνητής της παραδοσιακής μουσικής της Κύπρου, από το έτος 1993. Έχει παρακολουθήσει μαθήματα βυζαντινής μουσικής  και έχει αποδώσει με εξαιρετικό τρόπο Δημοτικά Τραγούδια της Κύπρου. Όπως είναι απόλυτα φυσικό έχει τραγουδήσει και την «Ανδρονίκη».  
Σύμφωνα λοιπόν με τον κ. Μιχάλη Τερλικκά, «το αφηγηματικό αυτό τραγούδι, αναφέρεται σε μια πραγματική ιστορία που συνέβη στον ελλαδικό χώρο στα τέλη του 19ου ή στις αρχές του 20ου αιώνα. Ο τόπος μαρτυρείται από τις διάφορες παραλλαγές. Μία παραλλαγή λέει: «Εμάθετε τι ’γίνην στης Πόλης τα χωριά....», μια άλλη: «Εμάθετε τι ’γίνην στης Πάτρας τα χωριά....». Aπό τις αφηγήσεις πολλών ηλικιωμένων οι οποίοι το άκουσαν από τις μανάδες ή τις γιαγιάδες τους, οι οποίες με τις σειρά τους το είχαν ακούσει από τους ποιητάρηδες της εποχής, το τραγούδι τοποθετείται γύρω στο 1930. Έχοντας λοιπόν υπ’ όψιν το γεγονός ότι συνήθως οι ποιητάρηδες έκαναν τραγούδια συγκλονιστικά γεγονότα της επικαιρότητας υποκαθιστώντας κατά κάποιο τρόπο τα μέσα ενημέρωσης που την εποχή εκείνη ήταν υποτυπώδη, καταλήγω στο συμπέρασμα ότι το γεγονός πρέπει να ήταν σχετικά πρόσφατο. Την υπόθεση αυτή ενισχύει και η ύπαρξη κατά την ίδια εποχή τραγουδιού με τον ίδιο τίτλο στην Μικρά Ασία το οποίο αφηγείται την ίδια ακριβώς ιστορία. Αξιοσημείωτο είναι το γεγονός ότι η μικρασιάτικη παραλλαγή δεν έχει την ίδια μελωδία με την κυπριακή, κάτι που μας οδηγεί στο συμπέρασμα ότι πιθανόν στην Κύπρο να μην έφτασε το τραγούδι, αλλά η ιστορία την οποία όπως φαίνεται πήρε κάποιος άγνωστος ποιητάρης της εποχής και την έκανε τραγούδι. Το πιθανότερο όμως, είναι να έφτασε στην Κύπρο σε μορφή στίχου, σε κάποια φυλλάδα και να το μελοποίησε σε αυτό το αφηγηματικό ύφος κάποιος κύπριος ποιητάρης, προσαρμόζοντάς το με τη διάλεκτο και κάνοντας τις δικές του μετατροπές στον στίχο. Είναι πάντως γεγονός ότι στις αρχές του περασμένου αιώνα ήταν πολύ διαδεδομένο και δημοφιλές στην Κύπρο, διότι σχεδόν όλοι οι ηλικιωμένοι με τους οποίους συνομίλησα το θυμούνταν με συγκίνηση».
Το τραγούδι η «Ανδρονίκη»  άκουσε για πρώτη φορά από τον Κύπριο λαϊκό ποιητάρη Ανδρέα Μαππούρα. Ο Ανδρέας Μαππούρας   γεννήθηκε στην Αραδίππου στις 18/12/1918 και πέθανε στις 16/3/1997. 

Πως όμως η Φεβρωνία ή η Πεφρωνία έγινε Ανδρονίκη στην Κύπρο; Το όνομα Αντρονίκη  (Νίκη Ανδρός) είναι αρκετά συνηθισμένο στην Μεγαλόνησο. Αρκεί  να θυμηθούμε αυτό που έχουμε πρωτοπεί ότι η Λαϊκή Μούσα και στην συγκεκριμένη περίπτωση οι Ποιητάρηδες της Κύπρου προσάρμοσαν τους στίχους και έδωσαν διάφορο ρυθμό στο τραγούδι. Οι ποιητάρηδες είχαν  την ικανότητα να συνθέτουν τραγούδια, (διηγηματικά ή αφηγηματικά) για διάφορα γεγονότα που προκάλεσαν το ενδιαφέρον τους. Τα απήγγειλαν σε διάφορα πανηγύρια και σε λαϊκές συγκεντρώσεις με στόχο την συγκίνηση του κόσμου και σε ορισμένες περιπτώσεις την αφύπνισή του.

Τα θέματά τους:

-Κοινωνικές ιστορίες (ερωτικά, θρησκευτικά γεγονότα. Φόνοι, αυτοκτονίες κτλ)
-Πολιτικά γεγονότα ( εθνικοπολιτικά συμβάντα, προσφυγιά κτλ)
-Φυσικά φαινόμενα (θεομηνίες, πλημμύρες, ανομβρία κτλ)


Ας δούμε παρακάτω τις παραλλαγές που έχουμε βρει για το τραγούδι της Ανδρονίκης στη Κύπρο:

Η Ανδρονίκη (α΄ παραλλαγή)

Εμάθατε τι εγίνη στα μέρη της Ελλάς
Ντύθηκε η Ανδρονίκη ρούχα Βρωπαϊκά

 Φορεί τα παντελόνια και πά στον καφενέν
Τον καφετζήν προστάζει καφέν και ναργιλέν

Ζητά κι έναν τραπέζιν και μια ματσά χαρκιά
Κι αρχίνισεν να παίζει μ’ έναν παληκαράν

Δυο φίλοι τ’ αδερφού της που τη γνωρίσασι
Πάσιν εις τον Βαγγέλην και του το είπασι

 -Τρέξε Βαγγέλη τρέξε κάτου στον καφενέν
Να ιδείς την Ανδρονίκην φουμάρει ναργιλέν

Βαγγέλης σαν τ’ ακούει πολλά θυμώθηκεν
Πιάνει κι ένα μαχαίριν και αρματώθηκεν

Τρέχει ο Βαγγέλης τρέχει σιμά στον καφενέν
θωρεί την Ανδρονίκην φουμάρει ναργιλέν

-Κρίμα σε Ανδρονίκη, κρίμα στο μπόϊ σου
Εντρόπιασες κι εμένα κι ούλον το σόϊν σου

Τραβά και το μαχαίριν από την θήκην του
Κι έκοψεν τον λαιμόν της της Ανδρονίκης του

 Όταν την επερνούσαν από τα σπίτια της
Μικροί μεάλοι κλάψαν τα μαύρα φρύδια της

Όταν την επερνούσαν από τον καφενέν
Έσπαζαν τα φελτζάνια που πίνασι καφέν

Κι όταν την κατεβάσαν μεσα στο μνήμα της
Δυο φίλοι τ’ αδερφού της λαλούν το κρίμα της

-Εσφαξες βρε Βαγγέλη την Ανδρονίκην μας
Που ήτουν το καμάρι μέσα στο σπίτι μας

Και πιάσαν τον Βαγγέλην και τον δικάσασι     
Πα στο δεντρό τον βάνουν και τον κρεμάσασι

Η Ανδρονίκη (Β΄ παραλλαγή)

Εμαθετέ τι εγίνην στα μέρη της Ελλάς
Ντύθην η Αντρονίκη ρούχα Ευρωπαϊκά

Φορεί τα παντελόνια τσε πάει στον καφενέ
Τον καφετζήν προστάζει καφέ και ναργελέ

Ζητά τσε ενα τραπέζι τσε μιαν μάτσαν χαρτιά
τσι αρκίνησεν να παίζει μ’ έναν παλλήκαραν
 

Δυο φίλοι τ’ αδερφού της που την γνωρίζασιν
 
Πάσιν εις τον Βαγγέλη, τσι του το ειπασιν

τρεξε Βαγγελη τρεξε κατω στον καφενέ
Να δεις την Αντρονικην που πίνει ναργελέ

Βαγγέλης σαν τ’ ακούει πολλά θημώθηκεν
 
πιάννει τσε `ναν μασιέριν τσι αναρματώθηκεν

Κρίμας σε Αντρονικη, κρίμας στο μπόι σου
 
Εντρόπιασες κι εμένα τσι ούλλον το σόι σου

άφες με ρε Βαγγέλη να παίξω τα χαρτιά
με τουτο το παλληκάριν αφούς με άγαπα

Τραβά τσε το μασιέριν απο την θήκην του 
τσι έκοψεν τον λαιμόν της της Αντρονίκης του
 

Όταν την επερνούσαν από τον καφενέ
έσπαζαν τα φλυτζάνια που πίννασιν καφέν

τσι όταν την επαιρνούσαν απο τα σπίθκια της
μικροί μεγάλοι κλάψαν τα μαύρα φρύδια της

και όταν την κάτεβάσαν μεσά στο μνήμα της
δυο φίλοι του άδελφου της είχαν το κρίμαν της

Η Ανδρονίκη (γ΄ παραλλαγή)

Εμάθετε τι 'γίνην σε μέρη ελληνικά
'ντύθην η Αντρονίκη ρούχα 'βρωπαϊκά.
Φορεί τα πατταλόνια τζαι πα' στον καβενέν
του καβετζή προστάζει καβέν τζαι ναρκιλλέν.
Τραβά τζ' έναν τραπέζιν τζαι μιαν μάτσαν χαρκιά
τζ' αρκίνησεν να παίζει μ' έναν παλληκαράν.
Δκυό φίλοι του αρφού της την αγρωνίσασιν
πάσιν στον Ευαντζέλην τζαι του το είπασιν.
Π' άκουσεν ο Βαντζέλης, πολλά θυμώθηκεν
επήεν εις το σπίτιν καλά 'ρματώθηκεν.
Πκιάννει ευτύς την στράταν τζαι πα' στον καβενέν
βρίσκει την Αντρονίκην φουμάρει ναρκιλλέν.
- Κρίμαν σε Αντρονίκη την τέγνην πόπιασες
ούλλην την γενεάν μας εσού αντρόπιασες.
- Άφησ' με ρε Βαγγέλη να παίξω τα χαρκιά
με τούντο παλληκάριν αφούς με αγαπά.
Τραβά το λιβορβόριν την λιβορβόρησεν
που το δεξίν βυζίν της η σφαίρα πέρασεν.
 Σύρνει τζαι το μασαίριν που μεσ' στην θήκην του
τζ' έσφαξεν την αμέσως την Αντρονίκην του.
Τζειαμαί που την εφκάλλαν απού τα σπίθκια της
μιτσοί τζαι μιάλ' εκλαίαν τα μαύρα βρύθκια της.
Ποτζεί που την ερέσσαν ούλλοι εκλαίασιν
κρίμαν στην ομορκιάν της ούλλοι ελέασιν.
Τζ' άμαν την επαιρνούσαν απού τα μαχαζιά
μιτσοί τζαι μιάλ' εκλαίαν τα άσπρα της βυζιά.
Τζ' αντάν την επαιρνούσαν απού τον καβενέν
εσπάζαν τα φεντζάνια που πίνναν τον καβέν.
τζ' όταν την κατεβάζαν μέσα στο μνήμαν της
δκυό φίλοι του αρφού της είχαν το κρίμαν της.

Το τραγούδι στην απλή Δημοτική ελληνική γλώσσα έχει ως κάτωθι

Εμάθατε τι γίνει σε μέρη ελληνικά,
ντύθηκε η Αντρονίκη ρούχα ευρωπαϊκά.

Φορεί τα παντελόνια και πάει στον καφενέ,
του καφετζή προστάζει καφέ και (ν)αργιλέ.

Τραβά και ‘να τραπέζι και ένα μάτσο χαρτιά,
κι αρχίνησε να παίζει μ’ έναν παλικαρά.

Δυο φίλοι τ’ αδερφού της την (ε)γνωρίσανε,
πηγαίνουν στο Βαγγέλη του το μηνύσανε.

Τ’ άκουσε ο Βαγγέλης πολύ (ε)θύμωσε,
επήγε από το σπίτι καλά αρματώθηκε.

Πιάνει ευθύς την στράτα και πάει στον καφενέ,
βρίσκει την Αντρονίκη φουμάρει (ν)αργιλέ.

Κρίμα σου Αντρονίκη την τέχνη που ‘πιασες,
όλη τη γενεά μας εσύ (ε)ντρόπιασες.

Άφησ’ με βρε Βαγγέλη να παίξω τα χαρτιά,
μ’ αυτό το παλικάρι αφού με αγαπά.

Τραβάει το πιστόλι την πυροβόλησε,
απ’ το δεξί βυζί της η σφαίρα πέρασε.

Σέρνει και το μαχαίρι από τη θήκη του,
την έσφαξε αμέσως την Αντρονίκη του.

Την ώρα που την ‘βγαζαν από το σπίτι της,
όλοι τους (ε)θρηνούσαν τα μαύρα φρύδια της.

Και σαν την (ε)περνούσαν από τα μαγαζιά,
όλοι τους (ε)θρηνούσαν την τόση ομορφιά.

Και σαν την (ε)περνούσαν από τον καφενέ,
έσπασαν τα φλιτζάνια που ‘πιναν τον καφέ.

Κι όταν την κατεβάζαν’ μέσα στο μνήμα της,
δυο φίλοι τ’ αδερφού της είχαν το κρίμα της.

Τραγουδημένο από την Μάρθα Φριτζήλα: https://www.youtube.com/watch?v=sXQDu9RnShE


'Άλλοι σύνδεσμοι όπου μπορείτε να ακούσετε την Ανδρονίκη:


Πηγές: