Η Κυπριακή ποιητική παράδοση,η Κυπριακή ποίηση, έχει τις πηγές της πολύ βαθειά στο χρόνο, φτάνοντας μέχρι τις εποχές εκείνες που ανδρώθηκε το έπος. Τόσο ο χαρακτήρας της όσο και το περιεχόμενο της καθρεφτίζουν την ελληνικότητά της. Με τις σκέψεις αυτές προσπάθησα και προσπαθώ να δημιουργήσω μια Ποιητική Ανθολογία του Ποιητικού λόγου των Κυπρίων Ποιητών/τριών. Στα πλαίσια αυτής της προσπάθειας αναρτώνται και ανακοινώσεις για ποιητικές και γενικότερα λογοτεχνικές εκδηλώσεις αλλά και συνεντεύξεις Κυπρίων ποιητών/τριών, ώστε οι σκέψεις,οι ιδέες και οι ανησυχίες τους να γίνουν ευρύτερα γνωστές.
ΔΗΜΗΤΡΙΟΣ ΓΚΟΓΚΑΣ
Το παρόν Ιστολόγιο δεν είναι κερδοσκοπικό. Ως μοναδικό στόχο έχουμε να γίνει μικρή βιβλιοθήκη της Κυπριακής Ποίησης στο διαδίκτυο και να προωθήσει τη Ποίηση των Κυπρίων Δημιουργών.

Τετάρτη, 29 Απριλίου 2015

Απώλειες


Οι άνθρωποι έχασαν τον Θεό μέσα στις εκκλησιές,
έχασαν την αλήθεια μες στα εκπαιδευτήρια.
Έννομα η φύση τους εκδικείται.
Σαν δεν το γνωρίζουν,
το χαμόγελο τους θερίζει τη γη
με σκοπό τον ‘Χαμένο Παράδεισο’.
Μορφασμός αναγκαίος είναι,
ένας ρόλος στο μονόπρακτο της απάτης.

Βότσαλα

[...]

Πόσες φορές να σου το πω;
Δεν πίνεται 
δεν πίνεται το δάκρυ

Φόρεσα την αμυγδαλιά 
κι ήρθα κλωνί μες τη βροχή 
να σ΄ αγαπήσω 

Λευκό 
κατάλευκο το χιόνι 
το πρώτο μου όνειρο 
παγώνει

Αν είσαι

Αν είσαι έρωτας
άσε τα βέλη στη φαρέτρα 
τραύματα άλλα δε μου πάνε πια 
Αν είσαι αγάπη πάλι 
άλλη δεν είναι εσθήτα να ντυθείς 
θυσία δεν είναι άλλη 
λύτρωση δεν είναι καμιά
μια λέξη είσαι 
σε χλωρό χαρτί 
Της μοίρας που με δέρνει 
είσαι πλάνη

Τρίτη, 28 Απριλίου 2015

Έλα

Η νύχτα πήζει τώρα 
ώρα την ώρα τα σκοτάδια της 
άδεια της ειμαρμένης τα χαμόγελα
Έλα, μου γνέφουν οι ωραίοι αγαπημένοι 
Μένει το ναι στα χείλη μου να κρέμεται 
τεφρή κατάφαση 
ύστατο σέλας θανάτου.

Άρια του περασμένου καλοκαιριού

Βουβό τ΄ αηδόνι στα φυλλώματα
τα δένδρα τάφοι ωραίων
ονείρων που στοιχειώσανε
ανεμικά παράπονα μετρώντας
Άσμα δεν είναι πια κανένα
να τραγουδήσει ο ποιητής
τις νύχτες με φεγγάρια
Άρια του περασμένου πια καλοκαιριού. 

Κυριακή, 26 Απριλίου 2015

ΑΔΥΝΑΜΙΑ ΤΗΣ ΣΙΩΠΗΣ


Ν'αντανακλούσαν τα μάτια σου
στων χεριών μου το χάδι
μετάξι απ τα μαλλιά
να πλέξω το δύχτι
που θα φυλάκιζε την καρδιά σου.
Δάκρυ αρμυρίκι μιας θάλασσα
που πνίγει το όνειρό μας
Θεριό ο πόνος στην άρνηση
μια φλόγα η αναζήτηση.
Μελαγχολεί η σκεψη
στην ανέλπιδη λύτρωση
Φαύλος ο κύκλος
στην αδυναμία της σιωπής .

Απόσταγμα


Η Αρχόντισαα 
της απλότητας είσαι 
αγνή και λιτή

Ο πρόσφυγας


Ήμουν εκτός της ακολουθίας, εκείνη τη μέρα της Ανάστασης, βρίσκονταν όμως τα πρόσωπά τους σε μια μυστήρια αρμονία τόσο επιβλητική, που δεν μπορούσα να πάρω το βλέμμα μου. Ο ναός κατάμεστος και οι ομιλίες μπλεγμένες, Αγγλικά, Ελληνικά και κάτι μεταξύ τους. Ο ιερέας, στο σύντομο κήρυγμα του, καλούσε τους πιστούς σε ειρήνη κι αγάπη. Ρομαντική σκέψη σκέφτηκα… και χαμογέλασα. Έπειτα ξεκίνησε τα περί υποστηρίξεως της εκκλησίας, του πατριαρχείου, της παροικίας, της προσπάθειας αγιογράφησης του ναού, πάντα οικονομικής βέβαια, περί ηθικής ούτε λόγος.  Παρά το ότι αντιμετώπισα με μια πρώτη ειρωνεία μέσα μου την ανταλλαγή των ρόλων, σε σχέση πάντα με την υποστήριξη, δεν είχα διάθεση για κριτική, έτσι σώπασα μα δεν χαμογέλασα. Άλλωστε το μυστήριο μπροστά μου, δεν μου έδινε και πολλές επιλογές. Τα αθώα τους πρόσωπα κοίταζαν την φλόγα από το κερί με το Άγιο φως και σχεδόν το προστάτευαν με τη θαλπωρή του βλέμματός τους.
Οι άνθρωποι γύρω μου μετανάστες, σ’ ένα ξένο τόπο που έστησαν απ’ την αρχή τις ζωές τους, για κάποιους ήταν και η μοναδική αρχή. Άλλοι προ του πολέμου κι άλλοι μετά του πολέμου. Σειρές ολόκληρες με γκρίζα μαλλιά, μα εγώ στεναχωριόμουν περισσότερο για τα γκρίζα μυαλά. Η ευχή μαζί με το Χριστός Ανέστη, γνώριμη στ’ αυτιά μου… «Και του χρόνου στα σπίτια μας». Πρόσφυγες ή όχι, η επιθυμία κοινή, όλοι αγαπούσαν τούτο το κομμάτι του τόπου. Εγώ ανάμεσα σε τόσους πρόσφυγες, ένιωθα την αγάπη από την μια για τα παιδιά κάτω απ’ τα πόδια μου, τα οποία συνέχιζαν να περιεργάζονται το Άγιο φως κι από την άλλη τη νοσταλγία του σπιτιού μου και του κόσμου μου… ίσως και να τους ένιωθα. Έπειτα, πρόσφυγας και εγώ σκέφτηκα. Πρόσφυγας από τα παιδικά μου χρόνια, απομακρυσμένος ακόμα κι από τις αναμνήσεις τους, που επανέρχονταν μα τις σιωπούσα, γιατί κουβαλούσαν μια φλούδα πόνου. Τις τακτοποιούσα κι αυτές, σαν όλα τα υπάρχοντά μου, συνήθεια ανεξίτηλη. Ήταν το δεύτερο Πάσχα μακριά απ’ το σπίτι, ήταν το δεύτερο μετά το χαμό της γιαγιάς. Με αιχμαλώτισε για μια στιγμή η σκέψη της…

Προσευχήθηκα για την ψυχής της, προσευχήθηκα και για μένα και για τα παιδιά που ήταν δίπλα μου, για τα παιδιά όλου του κόσμου όπως έλεγε η γιαγιά, που είναι η γλυκιά μας ελπίδα. Πρόσφυγας λοιπόν, αυτό ήμουν εκείνη τη στιγμή… Ήξερα βέβαια, πως εγώ δεν θα μπορούσα να ευχηθώ με ειλικρίνεια και του χρόνου στο σπίτι μου. Το σπίτι μου, το σπίτι της γιαγιάς, είχε κλείσει μαζί της κι από τώρα πρόσφυγας θα δήλωνα κάθε Ανάσταση, χωρίς ελπίδα γυρισμού.

Πέμπτη, 23 Απριλίου 2015

ΚΙΡΚΗ



Όταν σε τύλιξε το απρόσμενο σκοτάδι
όλα τα φίδια που στόλισαν κάποτε τα μαλλιά σου
ξύπνησαν μεθυσμένα
σε ανάρπασαν θυσία για τους μενεξελιούς ουρανούς
κι εσύ ταξιδεύοντας
διαμέλιζες το σώμα σου
χαμένη μέσα σε καπνούς και νυχτερινές ιαχές
ιέρεια μιας στοιχειωμένης μνήμης,
σ’ ακολουθώ εξόριστος αιώνες τώρα
σε ανατιναγμένα κρησφύγετα, ηφαίστεια, πολυβολεία
ανάπηρος
κουβαλώντας την κραυγή που διέρρηξε το στερέωμα
την ώρα που παραδόθηκες σπαράσσοντας στη σφαγή.

Ο ΛΟΓΟΣ



Κοίταξα την πρωινή χλόη
ένα ουράνιο αντιφέγγισμα να την περιχύνει.
Κι ευθύς
τα πόδια του Αγίου της σκήτης να γεμίζουν πληγές
αγκάθια να περπατούν στα δάχτυλα
νέφος ακρίδες να τον σκεπάζουν,μια φλόγα πυρός να ταξιδεύει
πίσω από τους βράχους των βουνών.
«Καιρός να σπείρουμε το λόγο σου, Κύριε», ψιθύρισε
πύρινες ανταύγειες να τον ντύνουν
μηχανές μαρτυρίου ν’ ακονίζουν το σώμα του
οιμωγές ανθρώπων ν’ ανηφορίζουν
το νυχτωμένο στερέωμα του θόλου.
Κι ο Άγιος της σκήτης
ένα δάκρυ λυτρωτικό
να του αυλακώνει το πρόσωπο
ανοιγμένες βρύσες εωθινού ύδατος
να τον περιχύνουν
κισσοί και πλατάνια να του ισκιώνουν το σώμα.

Κι εγώ διψασμένος γέμισα νερό τις φούχτες,
ένα σμήνος σπουργίτια
να συνοδεύουν τον όρθρο της μέρας

Τετάρτη, 22 Απριλίου 2015

"Παιδαγωγική Αξιοποίηση του Παιδικού Βιβλίου " Διάλεξη στη Στέγη Γραμμάτων και Τεχνών στη Λάρνακα


"ΕΠΑΝΟΔΟΣ" (απόσπασμα)

του Νίκου Πενταρά

... Αφήνω κατά µέρος τις φωτογραφίες και συλλογίζοµαι ...
Φέρνω στη σκέψη µου την Ακανθού
τα δάση των βουνοπλαγιών της
τις δαντέλες των ακρογιαλιών της
και τα τρεχούµενα νερά της.
Φέρνω στη σκέψη µου τους Αχαιούς
τ’ αγκυροβόληµα των καραβιών τους στ’ Αφροδίσιον
την πιο ψηλή βουνοκορφή της λατρείας τους
και τα ερείπια του µεγαλείου τους.
Κατόπι σκέφτοµαι τους εν δουλεία
που θάψαν την οργή και την οδύνη τους στην έρηµο
που κρύψανε τον ήλιο µε ψηλά οικοδοµήµατα
και ζουν υπό σκιάν
οργίζοµαι, µα πάλιν ηµερεύω, γιατί στο νου µου φέρνω
όλους τους άλλους εν δουλεία τους αγνούς κι αθώους.
«Στο κάτω - κάτω της γραφής αυτοί σε τίποτα δε φταίξανε,
γιατί να µην µπορούν να δουν την Ακανθού;
Γιατί να ζούνε στη δουλεία;»
Μονολογώ κι ορθώνω το κορµί µου
κτυπώ το πόδι µου στη γη κι αρχίζω να χορεύω την πυρρίχη
µαζί µε τις ηρωικές µορφές των κάδρων
που κοσµούν το σπίτι µου και µου θυµίζουν
όλους τους απελευθερωτικούς αγώνες της Φυλής.
Μετά το ρίχνω στους διθύραµβους
µέχρι που παίρνω τη µεγάλη απόφαση
να πειθαρχήσω δίχως καθυστέρηση
στα λόγια του προγόνου µου,
του πρώτου εκ των Μυκηναίων που κατοικήσανε την Κύπρο
τη Β' χιλιετηρίδα π.Χ.
«Εσένα θέλω αποστείλει, Ποιητή, στους εν δουλεία
απογόνους µου
για να τους απαλλάξεις απ’ αυτή και να τους οδηγήσεις
πάλιν πίσω
στην Αχαιών Ακτή».

Τρίτη, 21 Απριλίου 2015

ΤΙ Ν’ ΑΠΟΓΙΝΕ; / Ζαφείρης Μιχάλης



Η μορφή του εκτοπλάσματος
παραληρεί.
Όχι πια άλλα σχήματα και μορφές
ο Ηλιοπότης Ελύτης
ένας μύθος για αδαείς.
Για πέστε μου, τι θα γενώ;
Όλα τα δάκτυλα ξεθωριασμένα
οστέινες πλάκες, ακτίνες Χ.

Κι η αγάπη, ο Μεσσίας Θεός
τι ν απόγινε;

Δευτέρα, 20 Απριλίου 2015

Ένας αγνοούμενος (Ποίημα Μαθητών της τάξεως Γ΄2 του Α΄ΔημοτικούΣχολείου Τσερίου)

Οι μαθητές της τάξεως Γ’2 
εμπνευστήκανε από το ποίημα 
«Ένας αγνοούμενος» του Άντη Κανάκη 
και φτιάξανε ένα δικό τους. 
Το Ποίημα είναι αναδημοσίευση 
από την Εφημερίδα του Σχολείου

Εμένα μη με γυρεύετε με τη φωτογραφία.
Πολλούς έτσι γυρεύουν.
Μα κανένα δε βρίσκουν.
Είμαι ένα κυκλάμινο,
που φύτρωσε σ ‘ ένα βράχο,
σε μια βουνοκορφή στον Πενταδάχτυλο.
Μη με κόψετε όμως.
Αφήστε με να μεγαλώσω.
Είμαι η χρυσή αμμουδιά
και το γαλανό κύμα της Αμμοχώστου.
Είμαι το αρχαίο καράβι της Κερύνειας
που ταξιδεύει στην καταγάλανη θάλασσα
και περιμένει τη λευτεριά.
Είμαι νερό απ’ την αγιασμένη πηγή στο μοναστήρι του Αποστόλου Αντρέα.
Είμαι ένα πορτοκάλι στην πανέμορφη Μόρφου.
Είμαι ένα κατάλευκο σπίτι στο Λευκόνοικο, στην Άσσια, στη Λάπηθο…
Ένα περιστέρι στον Άγιο Αμβρόσιο,
ένα δεντράκι στην Πεντάγυια.
Μη με κόψετε. Αφήστε με να μεγαλώσω.
Είμαι τα έρημα σπίτια,
που με λαχτάρα περιμένουν την επιστροφή.
Είμαι μια ακτίνα του ήλιου φωτεινή,
ένα άστρο κι απ’ τον ουρανό σάς κοιτάω.
Είμαι ένας αγνοούμενος, από τους 1619,
και περιμένω την λευτεριά της αγαπημένης μας πατρίδας…


Α΄Δημοτικό Σχολείο Τσερίου (Σχολική Χρονιά 2013-1014)

ΡιζοΚάρπασον (Ποιήματα για την Κατεχόμενη Κύπρο)

του Ιωάννη Ν. Νέστορος


www.rizokarpason.com/pdf/nestorosY.pdf

Σάββατο, 18 Απριλίου 2015

ΕΙΔΑ Τ ΑΣΤΕΡΙΑ ΝΑ ΓΕΛΟΥΝ


Σήκωσα τα χερια μου ψηλά,
Να φτάσω το φεγγάρι,
Κι΄ένοιωσα μέσα στην ψυχή,
Πως ήρθε να με πάρει,

Ο έρωτας ο φτερωτός,
Που μ΄έχει σαιτέψει,
Και νοιώθω ότι καίγομαι,
Αφού μ΄έχει μαγέψει,

Κι΄είδα τ΄αστέρια να γελούν,
Και να με κοροιδεύουν,
Να λένε πως την πάτησα,
Θαρρώ πως με ζηλεύουν...

Ζηλεύουν την αγάπη μου,
Τον έρωτα που νοιώθω,
Γιατί αυτά δεν το μπορούν,
Να νοιώσουνε τον πόθο,

Στέκουν εκεί ακινητα,
Και φως μόνο χαρίζουν,
Μα στις ψυχές μας δεν μπορούν,
Δεν φτάνουν να αγγίζουν. 

[Φτιάξε ένα αστέρι]

Φτιάξε ένα αστέρι
δώσε του λάμψη με το χέρι σου
Ζωγραφίζοντας το στο χαρτί
με το πινέλο σου
Κι άμα τελειώσεις τη δημιουργια σου
Κλείσε τα μάτια
Κι ονειρέψου το όνειρο που άφησες
στη μέση χθες βράδυ
μόλις είχε νυχτώσει!!!

Πέμπτη, 16 Απριλίου 2015

Πόσες άνοιξες ακόμα δίχως Ανάσταση; / Ανδρέου Ειρήνη


Στολίστηκε η Κύπρος μας ξανά
οι πεταλούδες ξαναστήσαν τον χορό τους
πλημμύρισε μ' ελπίδα η καρδιά
ψάλλουν τ' αηδόνια τον ολόγλυκο σκοπό τους

Ξεχύνονται στους κάμπους τα παιδιά
με παπαρούνες τα χεράκια να γεμίσουν
και μαργαρίτες να μαδήσουνε ξανά
αν στα χωριά τους πίσω θα γυρίσουν..

Κι ο Πενταδάχτυλος με λύπη τα κοιτά
με όμορφα κυκλάμινα στο χέρι
της Λευτεριάς την άνοιξη αποζητά
σε ξέγνοιαστα παιδιά να τα προσφέρει.

Ντροπής φορτίο χρόοοονια κουβαλά
π' αναβοσβήνει και καίει τα σωθικά του
γίνανε γέροι από τότε τα παιδιά
αχ πόσες άνοιξες ακόμα μακριά του;

ΠΟΣΑ ΧΡΟΝΙΑ ΑΚΟΜΑ ΘΑ ΚΑΡΤΕΡΟΥΜΕ ΤΗΝ ΑΝΑΣΤΑΣΗ ΣΤΗΝ ΚΥΠΡΟ ΜΑΣ;

Ανδρέου Ειρήνη
Κύπρος βασανισμένη μου
νησί μου μοιρασμένο
από μνηστήρες, μαστροπούς
πάντα κυνηγημένο

σαράντα χρόνια καρτεράς
να κλείσει η πληγή σου
κι αλί , σ αποτελειώνουνε
οι ίδιοι οι δικοί σου...

Ξυπνήστε αρνιά! Μας σφάζουνε!
Σηκώστε τα κεφάλια!
κοράκια ολούθε κράζουνε
και μείς αγάλια, αγάλια.

Εδέμ σε έπλασε ο Θεός
Κύπρος μου , μα που πάμε
που χρόνια ο κάθε Μανωλιός
"φάτε ωρέεεε να φάμεεεεεε"

Σε μια βραδιά σε πούλησαν
κρυφά μελετημένα
στον ύπνο σου σ' αρπάξανε
τα' χαν σχεδιασμένα.

Κανόνισαν την πάρτη τους
και κουρελού σ' αφήσαν
Κύπρος που 'σουν αρχόντισσα
σκλάβα σε καταντήσαν..

Η ΓΑΛΗΝΗ ΜΙΑΣ ΣΥΓΝΩΜΗΣ / Ανδρέου Ειρήνη

Μόνο μια λέξη μαγική
θα σ' οδηγήσει στην γαλήνη...
βάλσαμο θ 'αλοίψει την πληγή
και η καρδιά χαλί θα γίνει
για να περάσει ο εγωισμός
η έχθρα πιά να σβήσει......
σαν δαμαστεί ο εγωισμός
το μίσος θα σιγήσει!

Μεγάλο πράγμα η συγγνώμη
μα ο άνθρωπος τόσο μικρός
που και στον θάνατο ακόμη
δεν ξυπνά! Φεύγει τυφλός.

Τέρας αδάμαστο ο εγωισμός
μες στην καρδιά σαράκι
μας διαλύει σαν σεισμός
και μας αφήνει ράκη.
Της μοχθηρίας προαγωγός
του μίσους και της λάσπης..
με δηλητήριο ζυμωτός
Νέρωνας της αγάπης.

Στάχτες αφήνει κι αποκαίδια
της ευτυχίας κόβει το νήμα..
κούφιες ελπίδες, όνειρα ίδια...

πές μια ΣΥΓΓΝΩΜΗ, κι είναι ΚΡΙΜΑ!!!!

"Αναστάσεως ημέρα! Λαμπρυνθώμεν λαοί!"

Και Ανεστήθης, Χριστέ!
Και συνέτριψες τον θάνατο!
Και διέλυσες την ασύστολη πλάνη μας!
Η λυτρωτική σου Ανάσταση
διαπερνά το αβυσσαλέο σκοτάδι του άδη
και λαμπρύνει το φως της ζωής.
Η αδιάσειστη αλήθεια της Θεότητάς σου
καταυγάζει τις ψυχές των ανθρώπων.
Το άρρητο τραγούδι της
μετουσιώνεται σ' ουράνια σώματα,
-σχήματα στους αιθέρες-
καταλάμποντας το απαράγραπτό αξίωμα
της αγάπης και του ελέους
δια μέσου των αιώνων.

Τρίτη, 14 Απριλίου 2015

Ο Θησέας και η Αριάδνη (απόσπασμα)



Όμως
ένα αγκάθι
ξεφουσκώνει τον ουράνιο θόλο
και βρίσκομαι ακάλυπτος
στο άγνωστο και σκοτεινό Σύμπαν.

Ας με οδηγήσει λοιπόν κοντά σου
η μαγική σειρά των λέξεων.

το παράπονο


Τα φώτα που τρεμοσβήνουν στο βάθος,
οπωσδήποτε δεν είναι η «Νήσος τις έστι»,
όπως θα την αναγνώριζαν αμέσως
οι ευφυείς φιλόλογοι
και οι ευτραφείς κτηματομεσίτες.

Όμως το παράπονο που επιπλέει
στις λίμνες των ματιών,
είναι απόλυτα δικαιολογημένο.
Γιατί δεν είναι μόνο τα συρτάρια
που έχουν γεμίσει μυστικά,
είναι και το σώμα που αλλάζει.
Όταν θα ξανασυναντηθούμε
στο τέλος αυτού του λειμώνα στο νησί,
η ανομβρία θα μου έχει σκληρύνει τις παλάμες
και θ’ αποφύγω να σε χαϊδέψω τρυφερά.

[Εκεί που ήμουνα έτοιμος να ξανοιχτώ]

Εκεί που ήμουνα έτοιμος να ξανοιχτώ
σε ουράνια ρεύματα,
παρασυρόμενος για πάντα μακριά,
ατμοσφαιρικές ιδιοτροπίες
μου συμπυκνώνουν τα συναισθήματα,
μου στερεοποιούν τις εκλάμψεις,
και σαν ανύμφευτη νιφάδα ξαπλώνω
στα κατάλευκα στήθη των σκοτεινών ορέων.

Δευτέρα, 13 Απριλίου 2015

ΤΡΙΣΔΙΑΣΤΑΤΗ ΘΛΙΨΗ Ή ΕΝ ΤΗ ΣΑΡΚΙ ΤΟ ΗΓΕΜΟΝΙΚΟΝ





Αν είναι να μιλούμε
την αλήθεια
ας είμαστε πραγματιστές

είπε το σώμα
με την αυτοπεποίθηση
του περιέχοντος
τον νου και την ψυχή
εννοώντας προφανώς
κάτι ευτελή δικά του
σαρκικά.

Οι άλλοι όμως
αιθεροβάμονες
πλασμένοι λες από ευγενή υλικά
δεν καταλάβαιναν
πόσο ανήκανε στο σώμα
και στο χώμα
πόσο τους κατάτρεχε
η υλική υπόσταση τους

κρατούσαν αποστάσεις
αξιοπρέπειας
κύρους
γινατιού

Ώσπου αποδείχτηκαν το ξένο σώμα
ανεπίκαιροι
κακήν κακώς διωγμένοι
κατηραμένοι

μη βρίσκοντας εφεξής
νόημα κανένα
έξω απ' αυτό.

Πέμπτη, 9 Απριλίου 2015

ΣΤΑΥΡΩΣΗ


Γραμματείς και φαρισαίοι
επώνυμοι κι ανώνυμοι
αλεπούδες ντυμένες την αθωότητα σου
θα ετοιμάζουν πάντα
τον σταυρό και τα καρφιά
στα υποχθόνια τους εργαστήρια
και μετά στον γολγοθά σου
άδικα να σε σταυρώνουν
προσωρινή καθήλωση η σταύρωση
και ο σταυρός ανάσταση
το πένθος
η θλίψη
κι ο θάνατος
στους σταυρωτές σου
«χαίροις», λοιπόν, «ο ζωηφόρος σταυρός»
ο σταυρός του μαρτυρίου σου.


("Σε φόντο φθινοπωρινό", 2015)

[Παίξε φκιολάρη μουσικήν ]

Παίξε φκιολάρη μουσικήν
που εν για πεθαμμένους
πέρκι ξυπνήσουν τζαί σταθούν
πάνω στον λάκκον να θωρούν
τους ζωντανούς θαμμένους .

Επικείμενα ...


Σαν πεθάνει
μην κλάψετε
την ύλη
κλάψετε
μόνο
το πνεύμα
που θα στερέψει

Τετάρτη, 8 Απριλίου 2015

Παραίνεση


Η ποίηση είναι μια ανοιχτή πληγή
Και τα ποιήματα αίμα
Οι στίχοι είναι λεπίδες
Γι’ αυτό, πρόσεχε, μην χαθείς μέσα στη ποίηση, θα σε πεθάνει
Μην διαβάζεις μεμιάς ένα ποίημα, θα πνιγείς από το αίμα
Ένα στίχο μονάχα διάβαζε την μέρα
Μια χαρακιά θα σου χαρίσει που, ίσως,
λέω ίσως, επουλωθεί την επόμενη μέρα



Από την ανέκδοτη ποιητική συλλογή " Οδός Ανέμων"

Ανάστασης ανατολή



Μη διερωτάσαι αδερφέ, αν σε ξεγέλασαν
τα λούλουδα και τ’ αηδόνια της ¨Άνοιξης
ακόμα περισσότερο μην απορείς που δεν κατεβαίνει ο Εσταυρωμένος,
ανάμεσα μας με μια χούφτα γεμάτη ελπίδα και φως

Ψάξε τον, σίγουρα σε κάποια ρυτίδα πόνου και απόγνωσης έχει κρυφτεί
πάλι ίσως τον βρεις στην αλμύρα των δακρύων ενός μικρού παιδιού
ή μιας μάνας χαροκαμένης, κάποιας αγαπημένης ή αδελφής

Άκουσε, θα αναγνωρίσεις τη φωνή του ανάμεσα
στους σταυρούς που λυγάνε και στις πλάκες που σπάνε,
αφήνοντας τους τάφους ανοικτούς,
κι άκουσε τον καθώς κλαίνε οι πεθαμένοι, βλέποντας σε
σαβανωμένο ζωντανό απ’ τους Ιούδες, με των ανθρώπων τις ψευτιές

Κοίταξε γύρω σου, δεν σε ξεγέλασαν,
κοκκινίσανε οι παπαρούνες, κι ήρθαν κουβαλώντας
στη πλάτη την Άνοιξη, και την κοινωνούν
με κλώνια φτέρης, από Θείο ποτήρι ψηλά στο σταυρό
μεθούν τ’ αηδόνια και υμνολογούν την Ανάσταση

Κρίνος λευκός ας γίνει κ΄η ψυχή μας
κι ας μάθουμε πως είναι ν’ αγαπάς,
πως ευωδιάζουν τα φιλιά στο στόμα
και πως έχει τέλειωμα ο κάθε Γολγοθάς.

Τρίτη, 7 Απριλίου 2015

Η Ανάσταση και το Πάσχα στο λόγο Κυπρίων Ποιητών


γράφει ο Δημήτριος Γκόγκας

Πάσχα ονομάζεται η μεγάλη γιορτή του Χριστιανισμού. Οι πρώτες πρακτικές που αφορούσαν στον εορτασμό της σταυρικής θυσίας και της Ανάστασης του Ιησού Χριστού συναντώνται τον 2ο αιώνα. Το Χριστιανικό Πάσχα, ή αλλιώς  Πασχαλιά ή  Λαμπρή, μεταφέρει ανά τους αιώνες το χαρμόσυνο μήνυμα της Ανάστασης Του και μαζί  τη νίκη της ζωής  επί του θανάτου.  Μέσα από αυτή τη διαχρονική πίστη, η δημοτική φωνή του Έλληνα δημιούργησε πληθώρα θρήνων, τροπαρίων, ασμάτων, ενώ σημαντικοί ποιητές ύμνησαν με τον λόγο τους τα πάθη του Κυρίου.

Στη πολύπαθη Κύπρο οι πιστοί τη Μεγάλη Παρασκευή στις ορεινές κυρίως περιοχές της, θρηνούν μαζί με τη Παναγία  (Τραγούδι της σαντάφκιασης), το χαμό του μονάκριβου γιού της.

 Άδε μαντάτο σκοτεινό
τζαί μέραν λυπημένην
που ήρτεν σήμερον σε μέν
την πολλοπικραμένην,
επιάσαν τον υιούλλην μου
τζι έμεινα ορφανεμένη.

Την ημέρα της Λαμπρής στο προαύλιο της Εκκλησίας ακούγονταν  τα παρακάτω χαρμόσυνα, αναστάσιμα μαντάτα:

-Και στούς ουρανούς απάνω
γίνεται χορός μεγάλος,
γίνεται χορός και σκόλη
και χορεύουν οι Αποστόλοι.
Ο Θωμάς παίζει τη λύρα,
Γιάκωβος τη ψαλιτήρα.
ΣούρνΆ ο Πέτρος τον Ανδρία,
Ο Μαθιός τον Ζαχαρία.
Κι αλλού πάλι με αυτό:
Σήμερα Χριστός Ανέστη
Και στούς ουρανούς ευρέθη
Σήμερα τα παλληκάρια
Στέκονται σαν τα βλαστάρια!


Εμείς στο Ιστολόγιο «Κυπρίων Ποίηση»  για να γιορτάσουμε φέτος τη μεγαλύτερη γιορτή του Χριστιανισμού απευθυνθήκαμε σε ποιητές της Μεγαλονήσου και ζητήσαμε να αναφερθούν στο Πάσχα και την Ανάσταση. Στην προσπάθεια αυτή συμμετέχουν με ποιήματα ή κείμενα οι παρακάτω Ποιητές της Κύπρου:

Ελένη Αρτεμίου-Φωτιάδου
Χαμπής Αχνιώτης 
Άντρια Γαριβάλδη
Ιωσήφ Σ. Ιωσηφίδης
Αγγέλα Καιμακλιώτη
Κατερίνα Κωνσταντίνου Μάτσιου
Γιάννος Λάμπης
Μαρούλλα Πανάγου
Νίκος Πενταράς
Αθηνά Τεμβρίου
Ανδρέας Τιμοθέου
Έλενα Τουμάζη
Ελένη Τυρίμου
Παυλίνα Στυλιανού
Μαρίνα Τακκίδη [Καπετάνου]


*****
ΑΝΟΙΞΗ ΚΑΙ ΠΑΣΧΑ
 της Ελένης Αρτεμίου - Φωτιάδου

Οι μικρές εκκλησίες  χωμένες σε έναν ήχο καμπάνας
 με μια βελούδινη έκρηξη να τις περικυκλώνει
στολίζοντας τις πόρτες τους με αγκάθινα στεφάνια
και ρόδα από αναστημένους επιτάφιους
περαστικός ένας άνεμος δειλός
με χούφτες γεμάτες λιωμένο χιόνι
στάζει πάνω στις μαργαρίτες και στις φωνές χελιδονιών
τις πιο κρύες ανάσες  του κόσμου
για να γενούνε άνοιξη και Πάσχα




***


Ο ΒΑΣΙΛΙΑΣ ΤΟΥ ΚΟΣΜΟΥ
του Αχνιώτη Χαμπή

Τζιαι φέτη μας αξίωσεν, ο πλάστης ο Θεός μου,
τζιαι θα χαρεί, κάθε πιστός,
γιατ’αναστήθην ο Χριστός,
ο βασιλιάς του κόσμου.

Πούρτεν στην γήν σαν άθρωπος, διότι εχρειάστην,
να πεί σε ούλους που κοντά,
τζιαι σε φτωχόν τζιαι άρκοντα,
έσιει που πάνω πλάστην.

Ήρτεν στην γήν σαν άθρωπος, τον κόσμον του να σώσει,
χτυπήθηκεν εδέρτηκεν,
τζιαι εις το τέλος δέχτηκεν,
τζιαι την ζωήν να δώσει.

Ήρτεν στην γήν σαν άθρωπος, που τον Θεόν σταλμένος,
τζι΄είσιεν για μόνον του σκοπόν,
να δεί στην γήν τον άθρωπον,
να ζιεί αγαπημένος.

Για τούτον να ξιχάσουμεν, σήμερα πάθη μίση,
γιατ΄ο Χριστός μάς καρτερά,
ο ένας τ΄άλλου σήμμερα,
για να του σσυχχωρήσει.

Σήμμερα να ξιχάσουμεν,  φίλοι μου τι εγίνην,
τα σιέρκα να τα δώσουμεν,
μες την καρκιάν να νιώσουμεν,
πραγματικήν ειρήνην.

*****


Της Ανάστασης

της Άντριας Γαριβάλδη

Και πάλι περιμένω στ’ ανοιχτό παράθυρο
να δω το πέταγμα της χελιδόνας...

Και πάλι αναζητώ το μυρωμένο αεράκι
που ’ρχεται απ’ το περβόλι το φορτωμένο μ’ ανθό και μέλισσα
να χαϊδέψει τα μάγουλα της άνοιξης
φέρνοντας την οσμή του λεμονιού
ν’ αναζωογονήσει τη γειτονιά.

Πάλι έρχεται το ταρακούνημα της μνήμης
τυλιγμένο στον καπνό απ’ το θυμίαμα της μάνας
το ευλογημένο να ετοιμάσει πασχαλιάτικο τραπέζι
με την ψάθα γεμάτη καλούδια, κουλούρια, ζυμωτά παξιμάδια
και τ’ άρωμα του τριμμένου τυριού στη σκάφη
που θα γεμίσει το σπίτι με τ’ άρωμα της φλαούνας
που θα ψήσει στον φούρνο
έξω στην αυλή της κυρά Παναγιώτας.

Να τρέξουν τα παιδιά να μαζέψουν αυγά
για να τα βάψει η μάνα κόκκινα
κόκκινα με το χρώμα της χαράς
για να’ χουμε στα χείλη μας χαμόγελο.

Ακόμα μαζεύω στο συρτάρι τις πολύχρωμες κλωστές
που θα κεντήσουν το γιορτινό τραπεζομάντιλο
τη μέρα της Λαμπρής
στο σπίτι μας... στη Ζώδια.

Καλή Ανάσταση να πούμε πια στον τόπο μας.

4/2012



*****

ΑΝΑΣΤΑΣΙΜΑ ΑΓΑΠΗΣ ΚΑΙ ΠΑΤΡΙΔΑΣ
(Χάι Κου)     

του  Ιωσήφ Σ. Ιωσηφίδη
Σαν άστρο περνά
απ’ τον φεγγίτη η αγάπη
μες στην καρδιά σου.

Χείλη τέσσερα,
ψυχές τρεις*, σώματα δυο,
μια η Αγάπη.

Αγάπη Χριστού
δίνε πάλι και πάλι,
πίσω μη ζητάς.

Βάγια σου στρώνω,
μέλισσα φιλά ανθό
μέλι το φιλί.

Στο κεφάλι Σου
ακάνθινος στέφανος,
μα το χαϊδεύω.

Στον σταυρό διψάς,
σαλεύουν τα χείλη Σου,
έρχεται βροχή.

Όσο Σε λιώνουν
Ανθέ, τόσο πιο πολύ
μυρίζεις πλατιά.

Άρπα δεν έχεις,
τις χορδές Σου ακούω
σαν καρδιοχτυπάς.

Ουρανός και γη
στο Γολγοθά Σου σκύβουν,
σχίζονται στα δυο.

Ανασταίνεσαι,
κάθε πόλεμο νικάς
με τις πληγές Σου.

Αναστάσιμο
βλέπω τον σπόρο καρπό,
το απόν παρόν.

Τα δάχτυλά Σου
θωπεύουν τον ήλιο μας,
τον πυρακτώνουν.

Απ’ το σκοτάδι
βγαίνεις με την πατρίδα.
Θαύμα ! Προσκυνώ.

Επιούσιον
άρτον και ευλογία
Θεέ ικετεύω

σαν έρθει ο Χάρος
ας δει πατρίδα Αγάπης
κι άπρακτος να βγει.

Από την Ποιητική Συλλογή ΚΟΥΡΟΣ ΚΑΙ ΚΟΡΗ (υπό έκδοση, στα μέσα του 2015)


*****

Εγκλωβισμένες
της Αγγέλας Καιμακλιώτη

Εγκλωβισμένες οι γυναίκες
στο Καρπάσι
με τ' αρμυρίκια
και του γιαλού το χρώμα
τις μνήμες ξαναβάφουν
κάθε Μεγάλη Πέμπτη
Κι εμείς αλλού
ψυχές εγκλωβισμένες
σε χρώμα πλαστικό
βάφουμε τις ελπίδες
ανεξίτηλα, σχεδόν χυδαία
κάθε Μεγάλη Μέρα
και κάθε Νύκτα Μεγαλύτερη


Αιώνες τώρα

Περιμέναμε την Άνοιξη
Και την Ανάσταση
Λησμονήσαμε
ότι προηγούνται
Αιώνες τώρα
Η προδοσία
και η Σταύρωση
Αιώνες τώρα
Πόντιοι πιλάτοι
Και Ιούδες
Αιώνες τώρα
μας φιλούν


Από την Ποιητική Συλλογή "Εκ του Σύνεγγυς"


Μάθημα θρησκευτικών

της Αγγέλας Καιμακλιώτη
Είναι αναγκαίος βέβαια
ένας μεγάλος θάνατος
πριν από κάθε ανάσταση μικρή
κι η σταύρωση κυρίως γίνεται
για την αποκαθήλωση μας
Αυτό μηνούσε από την αρχή
το σούπερ νόβα
Μας πήρε αιώνες
να το καταλάβουμε
Πλέον τετέλεσται

Από ανέκδοτη Ποιητική Συλλογή


*****


 Πάσχα Προσμονή

της Κατερίνας Κωνσταντίνου Μάτσιου

Σ΄ αγαπάω Μάρτη
με τα χρώματα
και τ΄αρώματά σου
με τις μαργαρίτες
και τις πασχαλιές σου
και σένα Απρίλη με τα λεμονόδενδρά σου
τις ανθισμένες μοσχομυριστές ουλές
Τα σπαρτά με στους αγρούς
να περιμένουν αγκαλιές
και να ευωδιάζουν τους αιθέρες
με τις πλανεύτρες μυρωδιές
Τα παιδάκια αναμένουν με ενθουσιασμό
να φτιάξουν τις κουλούρες τις παραδοσιακές
και να ψήσουν τις φλαούνες
στης γιαγιάς τους τις πλατιές αυλές
Οι νιοι να αγκαλιάσουν
αγάπες τις αληθινές
κι οι γερόντοι να γυρίσουν
στις παλιές τους γειτονιές
… σαν τότε στο χωριό τους,

στου Πενταδάκτυλου τις βορεινές πλαγιές…

*****


Ανάστασης ανατολή
του  Γιάννου Λάμπη

Μη διερωτάσαι αδερφέ, αν σε ξεγέλασαν
τα λούλουδα και τ’ αηδόνια της ¨Άνοιξης
ακόμα περισσότερο μην απορείς που δεν κατεβαίνει ο Εσταυρωμένος,
ανάμεσα μας με μια χούφτα γεμάτη ελπίδα και φως

Ψάξε τον, σίγουρα σε κάποια ρυτίδα πόνου και απόγνωσης έχει κρυφτεί
πάλι ίσως τον βρεις στην αλμύρα των δακρύων ενός μικρού παιδιού
ή μιας μάνας χαροκαμένης, κάποιας αγαπημένης ή αδελφής

Άκουσε, θα αναγνωρίσεις τη φωνή του ανάμεσα
στους σταυρούς που λυγάνε και στις πλάκες που σπάνε,
αφήνοντας τους τάφους ανοικτούς,
κι άκουσε τον καθώς κλαίνε οι πεθαμένοι, βλέποντας σε
σαβανωμένο ζωντανό απ’ τους Ιούδες, με των ανθρώπων τις ψευτιές

Κοίταξε γύρω σου, δεν σε ξεγέλασαν,
κοκκινίσανε οι παπαρούνες, κι ήρθαν κουβαλώντας
στη πλάτη την Άνοιξη, και την κοινωνούν
με κλώνια φτέρης, από Θείο ποτήρι ψηλά στο σταυρό
μεθούν τ’ αηδόνια και υμνολογούν την Ανάσταση

Κρίνος λευκός ας γίνει κ΄η ψυχή μας
κι ας μάθουμε πως είναι ν’ αγαπάς,
πως ευωδιάζουν τα φιλιά στο στόμα
και πως έχει τέλειωμα ο κάθε Γολγοθάς.

*****

Αναμνήσεις …

της Μαρούλα Πανάγου

Έρχεται το Πάσχα κι οι αναμνήσεις να κατακλύζουν το μυαλό και να σε ταξιδεύουν σε ένα χθες μιας περασμένης εποχής. Τότε που για να μεταλάβεις το Πάσχα, έπρεπε για πενήντα ημέρες να καθαρίσεις, πρώτα το σώμα με την νηστεία, και τη ψυχή με την προσευχή. Στο σπίτι να αρχίζουν οι προετοιμασίες για καινούργια ρούχα των παιδιών Όλα “άπαννα” (πρωτοφόρετα”) την νύχτα της Ανάστασης ή αλλιώς του καλού λόγου. Πιτσιρίκια τότε να μην περιμένουμε το πότε θα παννίζαμε τα καλά μας ρούχα ,παπούτσια κ.λ.π.
Όλο το πενηνταήμερο να μην λείψουμε από τον Δυνάμεω και κάθε Παρασκευή με κατάνυξη να παρακολουθούμε όλοι τους χαιρετισμούς. Χαίρε Νύμφη ανύμφευτε. Κι ας μικροί δεν καταλαβαίναμε τί σήμαιναν όλα .Το μόνο ότι έπρεπε, να είμαστε καλά παιδιά για να μας αγαπά ο Θεούλης κι ο καλός Χριστός

Πέρναν τέλος οι έξη βδομάδες, και Σάββατο του Λαζάρου όλα τα πιτσιρίκια να γυρίζουμε τα σπίτια να απαγγέλλουμε,

Ο Λάζαρος κατήγετω από την Βηθανία
είχεν και δύο αδελφές την Μάρθα και Μαρία
που τον Χριστόν εδέχοντων με περισσή φιλία κ.λ.π.
και τελειώναμεν με το
Τον Λάζαρον τον κότσιηνον τον κοτσιηνοπεθύμητον
ακούσαν τον οι όρνηθες τζιαι κάτσαν να γεννήσουν
Αυκά να κοτσιηνίσουν
να φάν τζιαι να τσακκίσουν

Και τότε οι νοικοκυρές να μας φιλεύουν με αυγά ή μερικά γροσάκια, που την ίδια ώρα κατέληγαν στο ταμείο του καφετζή, με αντάλλαγμα καραμέλες ή πιο απλά με κουφέττες .
Κι ερχόταν επιτέλους η μεγάλη βδομάδα, φορτωμένη με τις ετοιμασίες για την μεγάλη μέρα της Ανάστασης. Οι νοικοκυρές να βάζουν τα δυνατά τους, για το καθάρισμα του σπιτιού, της αυλής, μα και του στενού. (Ο δρόμος που περνούσε έξω από το σπίτι)
Και πρώτα -πρώτα Ο παππούς ή ο πατέρας, να κουβαλήσουν το ασπροχώμα για το ασπρόγιασμα του σπιτιού και της αυλής. Τότε τα σπίτια τα πιο πολλά πετρόκτιστα κι ο ασβέστης για πολλούς πολυτέλεια, έτσι το άσπρο χώμα έκανε την δουλειά του. Όλα τα πράγματα να βγουν στην αυλή.
Να καθαρίσουν τα Βολίτζια (οι ξύλινοι κορμοί που στηρίζονταν με την “νευκά”, την ξύλινη δοκό που συγκρατούσε την στεγασιά) από τις αράχνες που υπήρχαν ανάμεσα στα καλάμια. Έπειτα το ξεσκόνισμα των τοίχων και όταν όλα καθάριζαν, οι σκούπες άρχιζαν το έργο του ασπρίσματος. Το φρύδι από το τζάκι να παίρνει και πάλι το κάτασπρο χρώμα του, κι όλα να μυρίζουν καθαριότητα.
Έπειτα να σφουγγαριστούν τα μάρμαρα κι όταν στέγνωναν να μπουν τα πράγματα στην θέση τους. Καινούργιο χρωματιστό χαρτί να στολίζει την τσιμηνιά (το τζάκι) κι από πάνω στολισμένο με το βάζο από τα αγριολούλουδα. Το τετράγωνο τραπέζι, στην μέση στολισμένο με τις κορνίζες των παντρεμένων παιδιών, εγγονιών και όλης της οικογένειας γενικά.
Επίσης την μεγάλη εβδομάδα πιο αυστηρή νηστεία και δεν επιτρεπόταν ούτε το λάδι. Την μεγάλη πέμπτη το πρωί να μεταλάβουμε όλα τα παιδιά. Το βράδυ να πάμε με την μπουκάλα το νερό να διαβαστεί από τα 12 ευαγγέλια και την μεγάλη Παρασκευή το πρωί να τριφτούν τα τυριά και τα χαλλούμια και να προστεθεί λίγο από το αγιασμένο νερό στην γέμιση για τις φλαούνες.
Το πρωί της μεγάλης Παρασκευής όλες οι κοπελούδες και τα κοπέλια να μαζεύονται στην εκκλησιά για το στόλισμα του επιταφίου. Γίνονταν η βάση από μερσίνη κι ο αγροφύλακας με το γαϊδουράκο του να πηγαίνει στο δάσος και να το φορτώνει με Χριστόφορους (Αγρια λεβάντα )
που θα συμπλήρωναν τα αγριολούλουδα. Τα μαχαιρόχορτα (ρόζ κρινάκια, δάκρυα της Παναγίας και άγριες παπαρούνες, που η φύση γενναιόδωρα μας πρόσφερε και στολιζόταν με τέχνη πανέμορφα ο επιτάφιος.
Να σφαχτεί το κατσίκι ή το αρνάκι και να το σκεπάζουμε προσεκτικά από τις μύγες, σαν τότε δεν υπήρχε ακόμα ηλεκτρισμός ούτε και ψυγεία. Μόνο μερικοί πλούσιοι τα είχαν ή κυβερνητικοί υπάλληλοι που είχαν τακτικό εισόδημα. Όμως όσο κι αν ήταν φτωχοί οι άνθρωποι έκαναν τον λογαριασμό τους, που τίποτε να μην λείπει από το πασχαλινό τραπέζι.
Να ψωνίσει η μάνα τα αναψυκτικά, που ήταν το σιρόπι από συμπυκνωμένο τριαντάφυλλο, λεμονάδα, πορτοκαλάδα και άλλα καλούδια. Έτσι για να καλοδεχτούμε τους μουσαφιραίους που θα έρχονταν από τις πόλεις, να κάνουν το Πάσχα στο χωριό.
Η γιαγιά να φυλάει από καιρό τα φύλλα από τα κρεμμύδια, που γίνονταν η βαφή για τα αυγά και σαν βάφονταν είχαν το χρώμα του κεραμυδιού. Όμως μερικοί πιο εξελιγμένοι αγόραζαν την βαφή κι εμείς να ζηλεύουμε των άλλων τα αυγά, που γίνονταν και πράσινα, γαλάζια κίτρινα εκτός από τα κόκκινα.

Κι έφτανε το μεγάλο Σαββάτο και μείς να γυαλίζουμε με λάδι τα αυγά, ενώ η μάνα, η θεία κι η γιαγιά να αρχίσουν με τα ζυμώματα. Ασπρισμένο το σουσάμι και το σπίτι να μοσχομυρίζει μαστίχα, κανέλλα, και μαυρόκοκκο, κι ο φούρνος στην γωνιά της αυλής να δουλεύει υπερωρία. Πρώτες και καλύτερες οι φλαούνες αφού δίχως τους δεν γίνεται Πάσχα. Έπειτα οι σησαμένοι άρτοι και τέλος τα παξιμάδια που θα μας έφταναν για αρκετούς μήνες. Μαζί μ' αυτά και τα μοσχοκούλουρα οι κουραμπιέδες κι όλα τα άλλα.
Να αγοραστούν οι πασχαλινές λαμπάδες στολισμένες για την Ανάσταση κι όταν σούρουπο πια έπαιρναν τέλος οι ετοιμασίες. Έτοιμο και το καζάνι με το χοχλασμένο νερό με την μερσίνη την δοξαστική και μοσχομυρισμένη που λέει κι ο ποιητής να μας λούζει η μάνα κι έπειτα ίσια στα κρεβάτια μας σαν τότε δεν υπήρχε ακόμα ηλεκτρισμός ή τηλεόραση, για να καθυστερούμε και να χάνουμε ύπνο. Κι έπρεπε! Να κοιμηθούμε νωρίς για να σηκωθούμε στις έντεκα όταν θα κτυπούσε η καμπάνα για τον καλό λόγο.
Κι όταν όλα τέλειωναν και συγυρίζονταν, να αρχίσει το μαγείρεμα για το δείπνο.. 'Άλλοι με το βραστό κατσίκι και την σούπα τραχανά, ή το αυγολέμονο (να μην είναι πολύ βαρύ λόγω της πενηντάμερης νηστείας και να δώσει καιρό στο στομάχι να συνηθίσει και πάλι στα λιπαρά, και τα μυλλωμένα (Τα αρτήσιμα φαγητά).
Την ίδια ώρα στην αυλή της εκκλησιάς άναβε η λαμπρατζιά (μεγάλη φωτιά) στην αυλή της εκκλησιάς, όπου θα έκαιαν τον Ιούδα μετά το Χριστός Ανέστη.
Κοιμόμαστε για λίγο, (πολλές φορές με το κόκκινο αυγό και το πασχαλιάτικο κουλούρι αγκαλιά μην μας το αρπάξει κάποιος όταν κοιμόμασταν), και με τον πρώτο ήχο της καμπάνας και την φωνή της μαμάς πεταγόμαστε απάνω και πυρετωδώς να φοράμε τα καινούργια μας ρούχα. Η μαμά να μας καλοκτενίζει και επιτέλους όλοι χέρι -χέρι για την Ανάσταση.
Προσπαθούσαμε να κρατάμε σιωπή κάτι τόσο δύσκολο στην παιδική ζωηρότητά μας και όταν κόντευαν τα μεσάνυχτα κι έφθανε η ώρα για τον καλό λόγο Ο Ιερέας να ρωτάει αν όλο το χωριό ήταν εκεί ή κάποιος μπορεί να παρακοιμήθηκε κι αν ναι έπρεπε να πάνε να τον φωνάξουν πριν να βγει το άγιο φως .
Έσβηναν τα φώτα κι έβγαινε στην αγία πύλη το “Δευτε λάβετε φώς“ κι όλοι οι άνδρες να σπρώχνονται ποιος θα κατάφερνε να το λάβει πρώτος και να το πάρουν κι οι άλλοι από λαμπάδα σε λαμπάδα. Και με το πρώτο “Χριστός Ανέστη “ να αρχίζει η Καμπάνα να κτυπά χαρμόσυνα και οι Τσάκρες να συμπληρώνουν με το μπαμ και μπούμ (μικρές κι ακίνδυνες τότε) αντίθετα με σήμερα που πολλοί ακρωτηριάζονται και αντί για χαρμόσυνο το γεγονός κατάντησε εφιαλτικό. Εμείς τότε αρκούμαστε στα βεγγαλικά και να λάμπουν τα προσωπάκια μας στην λάμψη που άφηναν τα μικρά αστεράκια και στην λάμψη της λαμπρατζιάς με την λιτανεία. Οι πιο πολλοί που είχαν κιόλας μεταλάβει έφευγαν μόλις τέλειωνε και βιάζονταν να πάνε για το πασχαλινό δείπνο όμως και πολλοί έμεναν μέχρι το τέλος για να μεταλάβουν και κάτι που θυμάμαι ακόμα την γιαγιά μου που γύριζε στις άλλες γυναίκες, έκανε χειραψία  φιλιόντουσαν κι έλεγε. “Συγχώρα με καλή κι ο Θεός να σε συγχωρέσει “ πρίν πάει να μεταλάβει. Κάτι που μας το λέει το “πάτερ ήμων με το “ως και ειμείς αφίεμεν τις ωφειλέτες ημών” κι έτσι έπαιρνε τέλος το εορτάσιμο γεγονός. Μα όχι και το γλέντι από το Πάσχα. Τρεις ολόκληρες μέρες κρατούσε η γιορταστική ατμόσφαιρα στον αυλόγυρο της εκκλησιάς. Με παιχνίδια που λάβαιναν μέρος οι ενήλικες, μουσική με το βιολί και το λαγούτο, χορούς και τραγούδια που ξαναγεννιόσουν με την τόση χαρά, που καταλάβαινες ότι στην καρδιά σου πράγματι αναστήθηκε ο Χριστός.
Τόσο όμορφα όλα και τόσο αγνά που τα αποζητάμε ακόμα και σήμερα. Ευτυχώς σε πολλά ακόμα χωριά συνεχίζονται τα ήθη και έθιμα φτάνει να έχεις την τύχη να βρεθείς στο χωριό και να τα απολαύσεις. Ας ευχηθούμε λοιπόν και φέτος “καλή Λαμπρή να φτάσουμε.

*****

Πασχαλινό τραπέζι
του Νίκου Πενταρά
Φέτος θα κάνω το πασχαλινό τραπέζι
στους γονείς μου και στ’ αδέλφια μου
εκεί στο πέτρινο αλώνι όπου μεγαλώσαμε
δίπλα στη θάλασσα
κι ανέμιζαν τα όνειρά μας άνεμοι πεντοζάληδες.

Θα στολίσω το τραπέζι με πασχαλινές λαμπάδες
όλων των χρωμάτων και των αποχρώσεων
όπως αρμόζει σε μια γιορτή τόσο μεγάλη
θα γιομίσω τα βάζα όλα
με πολύχρωμα λουλούδια της εποχής
θ’ ανοίξω διάπλατα στον ήλιο
τις πόρτες και τα παραθύρια τ’ αλωνιού
και θα προσφέρω μόνο φαγητά
που θα’ χουν γεύση σιταριού
και κόκκινο κρασί μ’ άρωμα θάλασσας.

Πολύ χαίρομαι που θα δω και πάλι τους γονείς μου
ντυμένους με το γιορτινό χαμόγελό τους
και τ’ αδέλφια μου
με τα κορίτσια να φορούν τα κλαδωτά φουστάνια τους
και τ’ αγόρια το χακί κοντό παντελονάκι
μ’ άσπρο λινό πουκάμισο
από το παιδικό τους Πάσχα.

Μετά το φαγητό
μαζί με τις ευχές μου για «Καλή Ανάσταση»
έχω μεριμνήσει να χαρίσω σ’ όλους από ένα δώρο
που να ταιριάζει στον καθένα.

Στον πατέρα μου θα χαρίσω ένα μπαούλο
από ξύλο βελανιδιάς
με σκαλισμένη πάνω την άγια του μορφή
που έχω ήδη παραγγείλει
στον συνάδελφό του Ιωσήφ τον ξυλουργό
από τη Ναζαρέτ,
αφού πρώτα το γεμίσω με τα πολύτιμα όνειρά του
που δεν πρόλαβε να ζήσει γιατί μας έφυγε νωρίς. 

Στη μάνα μου θα χαρίσω δυο κατάλευκα φτερά
όμοια μ’ εκείνα των αγγέλων
καθάρια και μεγάλα σαν τα χέρια της
που έχω ήδη παραγγείλει
στα Χερουβείμ και τα Σεραφείμ.

Στ’ αδέλφια μου έχω μια έκπληξη μεγάλη.
Παράγγειλα στη μάνα μας κρυφά
να ζυμώσει ψωμιά σταρένια, όπως παλιά
και στον πατέρα να σκαλίσει σε ξύλο περιστέρια
με τα φτερά ορθάνοιχτα.
Θα τους χαρίσω από ένα ψωμί κι ένα περιστέρι.

(από την Ποιητική  Συλλογή «ΣΕ ΦΟΝΤΟ ΦΘΙΝΟΠΩΡΙΝΟ», 2015)

«Χριστός Ανέστη»
του Νίκου Πενταρά

Της Άνοιξης φυσά γλυκά
το μυρωμένο αγέρι
κι οι Χριστιανοί με γιορτινά
και με κερί στο χέρι
μαζεύτηκαν στην εκκλησιά
όλοι τους, νιοι και γέροι.

«Χριστός Ανέστη εκ νεκρών…»
ακούς γλυκά να βγαίνει
απ’ την ολόφωτη εκκλησιά
κι αμέσως τους θερμαίνει
πίστης κι αγάπης ζεστασιά
που στην ψυχή τους μπαίνει.

«Χριστός Ανέστη…» και με μιας
τα μίση τους ξεχνιούνται,
«Χριστός Ανέστη…» και με μιας
αλληλοσυγχωρούνται
κι από τα βάθη της καρδιάς
όλοι θερμά φιλιούνται.

(από την ποιητική συλλογή για παιδιά «ΠΕΡΙΣΤΕΡΙ ΜΟΥ, ΞΕΚΙΝΑ», 1987)

***


Το αίνιγμα

της Αθηνάς Τεμβρίου

Σαν έγειρα στη γη να πάρω δύο στίχους
είδα τα κόκαλα τους άσπρα στον ήλιο.
Η σάρκα χαμένη όπως ετάχθη.
Μόνο η ψυχή φτερούγιζε στον άνεμο
με της βροχής το άσμα το γνώριμο,
πριν ταξιδέψει στο τέλος του Χρόνου,
πριν η Εικόνα να ξεθωριάσει
αντίκρισα το αίνιγμα στο φως.
Καθ’ομοίωση της αρχαίας πνοής
με συνάντησε ο τρίτος στίχος
στους ήχους της σιωπής τoυ κόσμου.

Ήταν ο μόνος τρόπος να αναληφθώ.



Ο Κύκλος

Το βλέμμα προς την Ανατολή
αγκίστρωνε τις ψυχές μια μια
ώσπου ο μύθος να περάσει το φως
στην απέναντι όχθη
πριν να τυφλώσει ανθρώπους και ζα.

Ήταν λίγοι αυτοί που κρατούσανε τον ήλιο
δίχως τα σώματα κι ο νους να περάσουν
την κάμινο της ζωής και να γίνουν στάχτη.

Το νερό και το χώμα ζητούσαν αέρα 
να αναπνεύσει η ψυχή την αιωνιότητα.
Κι ύστερα... ύστερα έπρεπε να ριχτούν στην φωτιά
να καεί ο κόσμος μέχρι το κόκαλο
να γραφτεί η ιστορία
να διαβάζουμε στίχους στις σάρκες των δέντρων.

Η γνώση είχε πάντα ως τίμημα
την ζωή  και τον θάνατο.


Συλλογισμοί

Δεν υπάρχουν λόγια να
γραφτούν στις σελίδες.
Δεν υπάρχουν λόγια να
στολίσουν τη ζωή ή να
πνίξουν το θάνατο.
Δυο χέρια απλώνουν,
μαζεύουν τον πόνο
κι εμείς τα σταυρώνουμε.

Να πάρουμε τ’ άστρα,
κρυφά σα φωτίζουν τον δρόμο.
Καυτές συνείδησες στα στόματα μας.
Πιοτό το φεγγάρι σιγά σιγά μεθάμε
κι αλαλιασμένοι νοσταλγοί γινόμαστε.

Ειν’ το κατώφλι του σπιτιού
μακρύ κι ατέλειωτο.
Ας είναι η σκέψη μας γλυκιά
ήμερη ταξιδεύτρα.
Χρόνια μας πάει στις θάλασσες,
κάποτε βλέπει και στεριά.


 Εύχομαι το Πάσχα, οι άνθρωποι να βιώνουν το πέρασμα από το σκοτάδι στο φως και οι θεανθρώπινες αλήθειες να γίνονται αφετηρίες για μια νέα ζωή.


***





Νοσταλγικός χρόνος
του Ανδρέα Τιμοθέου 
Οι πόρτες έκλεισαν,
τα παράθυρα σφραγίστηκαν,
οι κήποι ξεράθηκαν.
Φέτος το σπίτι σου
δε γέμισε μυρωδιές του Πάσχα.
Η αγάπη έπαψε να ζει
στο καταφύγιο των παιδικών μου χρόνων.
Τούτες τις Άγιες μέρες
ο χρόνος σταμάτησε
στον επιτάφιο του Χριστού.
Την Ανάσταση, τη ζούσαμε μαζί…

Από την ποιητική συλλογή "Τα Άνθη του Φωτός", 2014

Το τίμημα του λευκού

του Ανδρέα Τιμοθέου

Το πρωινό φάνταζε ιδανικό γι’ αυτό που σκοπεύαμε να κάνουμε ακόμα κι αν το παιδικό μου πρόσωπο μαρτυρούσε την ανάγκη για ακόμα λίγες ώρες στο κρεβάτι. Όλα είχαν ετοιμαστεί από το βράδυ, πινέλα, μπογιές, κουβάδες. Η περίφραξη του κήπου χρειαζόταν μια ανανέωση στο λευκό της χρώμα. Παραμερίζαμε λουλούδια και ανθώνες για να καλύψουμε όλες τις επιφάνειες. Ήταν και όλα τόσο όμορφα, τόσο ανθισμένα, έτσι τα θυμάμαι. Το βάψιμο της περίφραξης ήταν ένα είδος ετήσιας τελετουργίας, κινητής βέβαια, πάντα λίγο πριν το Πάσχα. Ο αναστημένος Χριστός, έπρεπε να βρει το σπίτι και τις ψυχές μας στα λευκά, έλεγε η γιαγιά. Δεν ξέρω αν με έπειθε, μα δεν μπορούσα να της στερήσω τη βοήθειά μου. Με τέσσερα χέρια σε μια μέρα όλα θα ήταν έτοιμα και θα χαιρόμουν μαζί της το αποτέλεσμα. Άλλωστε ήξερα πως αργότερα θα ήμουν το κέντρο της αναφοράς της, στις κουβέντες με τις γειτόνισσες, σαν θα την ρωτούσαν για την αλλαγή και αυτό μου άρεσε. Θυμάμαι να πιάνουν τα μαλλιά μας άσπρη μπογιά και να γελάει ο ένας με τον άλλο, να καθόμαστε στον ολάνθιστο κήπο και να απολαμβάνουμε το αποτέλεσμα, κάθε φορά, αυτά λοιπόν με έκαναν να παραμερίζω την ανάγκη μου για ύπνο, μέχρι την επόμενη μέρα.
Σ’ εκείνο το πρωί όμως ήρθε να εισβάλει ένα απόγευμα, που θα έφερνε μεγάλη λύπη στη γιαγιά και ως αποτέλεσμα και σε μένα. Είχε χτυπήσει το τηλέφωνο και το απάντησα με την ίδια πάντα σοβαρότητα μπροστά στο άγνωστο κάλεσμα, που μεταφέρω σε όλη μου τη ζωή. Κάποια θεία μου ζήτησε τη γιαγιά, την φώναξα και έμεινα να την βλέπω να βουρκώνει. Την ενημέρωνε πως η κατάσταση της υγείας του αδερφού της, του παππού Αλέξη, θεωρείτο κρίσιμη, γι’ αυτό έπρεπε να σπεύσουμε να τον δούμε στο νοσοκομείο όπου και έγινε εισαγωγή. Αφήσαμε τον κήπο με τα πράγματα σε αταξία και φύγαμε. Τη συνόδευσα μέχρι το θάλαμο… Ο άλλοτε λεβέντης παππούς, ο περιποιημένος κύριος με της κολόνιες, τα καλοχτενισμένα μαλλιά και τα όμορφά του ρούχα, βρισκόταν κάτω από ένα λευκό σεντόνι στην άκρια του οποίου ξεπρόβαλλε το κίτρινό του κρανίο. Η γιαγιά δάκρυσε, μαζί και γω. Έβαλα το χέρι μου στο στρώμα ασυναίσθητα, ο παππούς το πήρε και το χάιδεψε με την ίδια αγάπη που μου έδειχνε πάντα, μα με μια ξεχωριστή τρυφερότητα. Αυτή έμελλε να ήταν η τελευταία μας επαφή, μαζί με δυο χαμόγελα αποχαιρετιστήρια πριν πάρουμε το δρόμο για το σπίτι. Ο παππούς την επομένη πέθανε και έτσι εκείνο το Πάσχα, πρώτα μας υποδέχθηκε ένα θανατικό και ύστερα ο αναστημένος Χριστός.
Η γιαγιά πέρασε δύσκολα, πάντα διέκρινα την αδυναμία της σ’ αυτό της τον αδερφό, έναντι των άλλων, ίσως τους ένωναν πολλά, ίσως τους χώριζαν πολύ λιγότερα. Αγαπούσαν και νοιάζονταν ο ένας τον άλλο. Και οι δυο υπέρμαχοι της ομορφιάς και της καλής τους εικόνας, μέχρι τέλους. Έχω να θυμάμαι κι απ’ τους δυο μυρωδιές. Από εκείνο το Πάσχα η περίφραξη δεν ξαναβάφτηκε, δεν ξέρω αν ήταν τυχαίο το γεγονός μα η γιαγιά δεν ένιωσε ξανά μια παρόμοια ανάγκη και έπειτα έφυγε και η ίδια αφήνοντας μέσα σε εκείνον τον κήπο τόσες αναμνήσεις. Ήτανε Πάσχα όταν αντιλήφθηκα την φθορά γύρω μου. Πλέον σπάνια καθόμουνα στον κήπο, πάντα βιαστικός, αποστρεφόμουν την νοσταλγία των αναμνήσεων, που μεταφραζόταν μέσα μου ως πόνος. Κι όμως είχαμε να ασπρίσουμε την περίφραξη χρόνια, να ’χε άραγε χρόνια να μας επισκεφτεί και ο αναστημένος Χριστός. Αυτό σκέφτηκα επαγωγικά και χαμογέλασα με την παιδική λειτουργία του μυαλού μου εκείνη τη στιγμή… κι όμως, ίσως στα λόγια της γιαγιάς να υπήρχε μια αλήθεια. Σίγουρα οι λευκές μας ψυχές ήταν ανάμνηση, κουβαλούσαν πόνο και όσες αποσκευές μπορούν να σου χαρίσουν οι δυσκολίες της ζωής. Δεν ήταν έτοιμες να υποδεχτούν. Δεν ήταν έτοιμες να πάρουν το πινέλο ένα πρωινό και να βαφτούν ξανά καινούριες, χύνοντας μες στα αυλάκια των πληγών, λίγο από τ’ αρώματα του τότε κήπου. Αποκοίμισα την ομορφιά των αναμνήσεων και συμβιβάστηκα με τη φθορά της περίφραξης. Ο Χριστός δεν έχασε το δρόμο, μα είχε και το λευκό το τίμημά του.

Από την ανέκδοτη συλλογή διηγημάτων "Ιστορίες με δαντέλα, σε πρώτο ενικό πρόσωπο"


*****

Φύση και  Θείον…
Έλενα Τουμαζή – Ρεμπελίνα

Πώς γεννιέται το ένα από το άλλο. Ποιό έρχεται πρώτο, ποιό ακολουθεί. Η κότα ή το αυγό…
Ο άνθρωπος γυρεύει να δώσει νόημα, όχι στην ύπαρξη αλλά στο τέλος της.
Όχι στον  έρωτα αλλά στη βία που τον συσκοτίζει.
Η Άνοιξη δε χρειάζεται εξηγήσεις, απλώς βιώνεται.
Ο άνθρωπος γεννά τις εξηγήσεις  για να συμφιλιωθεί με το τέλος τής ζωής του  .
Ή, έστω, το τέλος της χαράς του.
Ανάσταση. Ο Ιησούς ανεβαίνει από τον άδη μετά τον θάνατο του στο σταυρό.
Η Περσεφόνη επιστρέφει στη γη μετά  τον βιασμό –αρπαγή- γάμο της με τον θεό -θείο της- του κάτω κόσμου …Η επιστροφή τους ξαναφέρνει την εποχή της ανοίξεως .Το ιερό και η τελετουργία  δίνουν νόημα στο φυσικό φαινόμενο και εντάσσουν σ’αυτό ,το ανθρώπινο φαινόμενο . Το συμβολικόν, τη σκέψη και τη γλώσσα .
Το καθρέφτισμα στο μυαλό που γεννά   την απόσταση- το βήμα προς τα πίσω της σκέψης- και η  προσπάθεια αναγνώρισης-ερμηνείας-ελέγχου  τού αυτόνομου Υπάρχοντος (της Φύσεως) πέραν από τη θέληση του ανθρωπίνου όντος.
Παιχνίδι παραστάσεων. Οργανωμένο εσωτερικά, που καταλαγιάζει την αγωνία τού ανθρώπου μπροστά στο θάνατο, του προσφέρει  εργαλεία επιβίωσης αλλά και τον χαιδεύει- όσο γίνεται- ντύνοντας  το άλογο  και το παράλογο με νόημα και με πίστη.To  ανθρώπινο ον  ελέγχει τη φύση , το θάνατο και τον τρόμο μπροστά στη διαφορά των φύλων, δια του Θείου, που το  οικειοποιείται μέσω της τελετουργίας…
Κάτι άνωθεν δοσμένο;
Ή ένα στάδιο του πολιτισμού;
Ένας τρόπος συμφιλίωσης της Φύσεως με τα έργα του ανθρώπου;
Ας μη μας διαφεύγει ότι στην καρδιά κάθε τελετουργίας- όπως την γνωρίζουμε τουλάχιστον- κρύβεται μια σκηνή βίας.
Εκεί βρίσκεται το κλειδί της μελλοντικής μας φώτισης  θαρρώ…


*****
Πάσχα των Ελλήνων Πάσχα.
της Ελένης Τυρίμου

Πάσχα των Ελλήνων Πάσχα,  μέγα Πάσχα .Η πιο μεγάλη γιορτή  του Χριστιανισμού με τα τόσα Θαύματα, Κηρύγματα, Πίστης, Προδοσίας, Μετάνοιας, Αγάπης, Μαρτυρίων, Σταύρωσης και τέλος την Ανάσταση.
Όλα αυτά περιτριγυρίζουν και στριμώχνονται μέσα στο μυαλό μου  και ειλικρινά ντρέπομαι γιατί λεγόμαστε άνθρωποι  στο  εικοστό αιώνα.  Η πορεία της ανθρωπότητας βαδίζει προς το χειρότερο και η σκληρή πραγματικότητα το επαληθεύει.   Οι Ιστορίες επαναλαμβάνονται με άλλα  πρόσωπα με άλλα επιχειρήματα,  τρόπους, μεθόδους….. Υπάρχουν τόσα μηνύματα που θα μπορούσαμε να υιοθετήσουμε  από τις Άγιες αυτές ημέρες  …ώστε η ανθρωπότητα να βαδίσει προς το καλύτερο αύριο. Αμέτρητοι  Πιλάτοι,  αμέτρητοι  Ιουδες. Πλήθη που την μια απλώνουν κλαδιά ελαίας και την άλλη αθωώνουν τον σύγχρονο Βαραββά. Λίγοι οι πιστοί, πολλοί αυτοί που εθελοτυφλούν.
Πάσχα της Χριστιανοσύνης η πιο  μεγάλη μέρα για μετάνοια  .Εύχομαι από τα βαθύ της καρδιάς μου επιτέλους να …..ξυπνήσουμε, για το καλό μας,  για τις νέες γενιές,  για όλη την ανθρωπότητα.  Αγάπη, Σεβασμό, Ειλικρίνεια, Ταπεινοφροσύνη,   επιτέλους ας επικράτηση το δίκαιο,  ας καταλάβουμε πως είμαστε περαστικοί,  δεν μπορούμε να κοιτάζομε τον ήλιο κατάματα,  είμαστε μια χούφτα χώμα πάνω στην γης και όχι  η γης μια χούφτα χώμα στα χέρια μας.

*****
Χριστός Ανέστη
της Παυλίνα Στυλιανού

Η Μεγάλη Εβδομάδα είναι ένα οδοιπορικό στο οποίο ο κάθε ένας από εμάς λαμβάνει μέρος με το δικό του μοναδικό τρόπο ως ενεργό μέλος της εκκλησίας μας. Όπως κάθε χρόνο έτσι και φέτος βρισκόμαστε στο κατώφλι της Μεγάλης Εβδομάδος. Σε λίγες μέρες η εκκλησία μας, δηλαδή εμείς, θα αναπαραστήσουμε μέσα από τις ιερείς ακολουθίες της δικής μας θρησκείας τις πτυχές του Θείου Δράματος. Τις ευφροσύνες της νίκης πάνω από τον θάνατο.
Η πορεία του Χριστού μας προς το Γολγοθά και η Ανάσταση πραγματοποιείται μέσα στις καρδιές του κάθε ενός από εμάς.  Όλοι μας, μέσα μας, κουβαλάμε συνειδητά ή μη τα γεγονότα της Μεγάλης Εβδομάδας.  Θα δούμε τον Κύριο μας να εισέρχεται στα Ιεροσόλυμα και μαζί με το ανώνυμο πλήθος θα βροντοφωνάξουμε «ευλογημένος ο ερχόμενος εν ονόματι Κυρίου».  Θα τον παρακολουθήσουμε με δέος, να προφέρει στους μαθητές Του τον Άρτο και τον Οίνο της Ζωής, δηλαδή το Σώμα και το Αίμα Του, και θα μοιραστούμε νοερά μαζί  Του την ανεκλάλητη αγωνία Του στον κήπο της Γεσθημανή.  Ακλουθώντας την όλη πορεία οι καρδιές θα ριγήσουν  από συγκίνηση στον ήχο του επιτάφιου θρήνου και τέλος θα αγαλλιάσει η ψυχή μας στο άκουσμα του νικητήριου παιάνα, «Χριστός Ανέστη εκ νεκρών, θανάτω θάνατον πατήσας».
Με το λυτρωτικό μήνυμα Χριστός Ανέστη το οδοιπορικό μας στη Μεγάλη εβδομάδα ουσιαστικά ολοκληρώνεται.  Ο τελικός προορισμός όμως της καρδιάς μας τώρα αρχίζει.  Η καρδιά καλείται να πραγματοποιήσει το δικό της Πάσχα, δηλαδή, το δικό της πέρασμα από την αμαρτία που εξευτελίζει τον άνθρωπο στην άπειρη αγάπη του Θεού που διασώζει την ομορφιά του ανθρώπου.  Εύχομαι όλοι μας να ζήσουμε και φέτος τούτη την μετάβαση για να έχουμε στ’ αλήθεια ΚΑΛΟ ΠΑΣΧΑ
Χριστός Ανέστη               
Αληθώς ο Κύριος


*****
Πάσχα
της Μαρίνας Τακκίδη [Καπετάνου]

Πάσχα λαμπρή εορτή μεγάλη!
Της ορθοδοξίας εορτή!
Του θεανθρώπου η σταύρωση
και η ανάσταση του Ιησού χριστού
του θεού και κυρίου μας.
Του θεού και αγάπης του θεανθρώπου
που ήρθε στην γη, να σώσει εμάς.
Τους αμαρτωλούς και εμείς τον σταυρώσαμε,
τον δικάσαμε, τον ταπεινώσαμε, τον χλευάσαμε
και τον ανεβάσαμε στον σταυρό.
Όμως η αγάπη του, η μεγαλοψυχία του δεν μας ξέχασε
ούτε στα μεγάλα πάθη που του προκαλέσαμε.
Ζήτησε από τον πατέρα τον ουράνιο λέγοντας:
«ΠΑΤΕΡ ΣΥΧΩΡΕΣΕ ΤΟΥΣ ΔΕΝ ΞΕΡΟΥΝ ΤΙ ΚΑΝΟΥΝ»

Γενηθήτω κύριε το όνομα σου.
Κύριε μου και Θεέ μου, ανάμεσα στα πάθη σου τα άγια
εμάς σκέφτηκες , Κύριε μου Ιησού χριστέ,  και μας συγχώρεσες !!!
Και εμείς δεν πιστέψαμε τι μας είπες
«Θα χαλάσω τον ναό και σε τρεις μέρες θα τον κτίσω!»
Και σε είπαν αμαρτωλό κύριε και πως βλαστήμησες.
Και εσύ εννοούσες χριστέ μου,
τον θάνατο και την ανάσταση σου την τριήμερο
την πίστη μας.
Δεν πίστεψαν ποτέ ότι εσύ ήσουν η εκκλησία, ο Ναός.
Στα είδωλα πίστευαν τότε Κύριε μου !!!

Την ώρα που ξεψυχούσες και χάλασε η πλάση
σεισμός έγινε τότε, φοβήθηκαν.
Και μερικοί είπαν αληθώς υιός θεού ήταν.

Όταν και πάλι σε ενταφίασαν σφράγισαν το τάφο σου
Μήπως από τους μαθητές σε έκλεβαν και θα έλεγαν
πως αναστήθηκες μεγάλη η χάρη σου θεέ μου!

Το επόμενο πρωί που ήρθαν οι Μυροφόρες
να σε αλείψουν με μύρα,
η  Μαρία η Μαρία Μαγδαληνή και η άλλη Μαρία
Είδαν ένα κηπουρό που έσκαβε στον κήπο
τον χαιρέτησαν και αυτός λέει στην Μαρία
«Μαρία ΤΙ ΖΗΤΑΤΕ ΤΟΝ ΖΩΝΤΑ ΜΕΤΑ ΤΩΝ ΝΕΚΡΩΝ?»
Μα  η Μαρία δεν πρόσεξε τι της είπε
Μόνο σαν πήγαν και βρήκαν τον τάφο
Του Κυρίου μας ανοιχτό τότε σκέφτηκε.

«Ο Κύριος μου και θεός μου αναστήθηκε
Πρέπει να πάω την είδηση στους μαθητές Του !»


Έτσι, με τις υπέροχες αυτές ποιήσεις, τις αναμνήσεις και τα κείμενα κλείνει η αναφορά των Κυπρίων Ποιητών το Θείο Δράμα.


Καλό σας Πάσχα