Η Κυπριακή ποιητική παράδοση,η Κυπριακή ποίηση, έχει τις πηγές της πολύ βαθειά στο χρόνο, φτάνοντας μέχρι τις εποχές εκείνες που ανδρώθηκε το έπος. Τόσο ο χαρακτήρας της όσο και το περιεχόμενο της καθρεφτίζουν την ελληνικότητά της. Με τις σκέψεις αυτές προσπάθησα και προσπαθώ να δημιουργήσω μια Ποιητική Ανθολογία του Ποιητικού λόγου των Κυπρίων Ποιητών/τριών. Στα πλαίσια αυτής της προσπάθειας αναρτώνται και ανακοινώσεις για ποιητικές και γενικότερα λογοτεχνικές εκδηλώσεις αλλά και συνεντεύξεις Κυπρίων ποιητών/τριών, ώστε οι σκέψεις,οι ιδέες και οι ανησυχίες τους να γίνουν ευρύτερα γνωστές.
ΔΗΜΗΤΡΙΟΣ ΓΚΟΓΚΑΣ
Το παρόν Ιστολόγιο δεν είναι κερδοσκοπικό. Ως μοναδικό στόχο έχουμε να γίνει μικρή βιβλιοθήκη της Κυπριακής Ποίησης στο διαδίκτυο και να προωθήσει τη Ποίηση των Κυπρίων Δημιουργών.

Τρίτη, 31 Μαρτίου 2015

Γη των ηρώων

Όλ΄ η φύση κοιμάται 
τη ναρκώνει το κρύο, 
κι εγώ φεύγω λαλώντας
το στερνό μου αντίο
και τη μάνα φιλώντας. 

Την κοιτάζω να κλαίη 
-Μάνα,μην κλαις,της λέω 
Μανα, μην κλαίς  και κλαίω......

Κι όλοπάω και τρέχω 
-και το δέκρυ της σβύνει 
για μια μόνο στιγμούλα-
Και μιαν άλλη μανούλα 
-την Ελλάδα μας- έχω 
π΄ όλο κλαίει κι εκείνη.

Πέντε (5) τραγούδια για τον 1η Απριλίου 1955 (Έναρξη απελευθερωτικού αγώνα της Κύπρου)

Η 1η Απριλίου, είναι μία ξεχωριστή ημέρα για την Ελλάδα και τους Έλληνες. Την 1η Απριλίου 1955, ξεκίνησε στην Κύπρο ο απελευθερωτικός αγώνας της ΕΟΚΑ με ξεκάθαρα καθορισμένο σκοπό: την αποτίναξη του Αγγλικού ζυγού και την ΕΝΩΣΗ με την υπόλοιπη Ελλάδα. Δυστυχώς λάθη εκατέρωθεν και προσωπικές φιλοδοξίες δεν έφεραν το επιθυμητό αποτέλεσμα. Επιλέξαμε κάποια τραγούδια για την ημέρα αυτή. Τραγούδια ηρωικά γραμμένα από την πέννα του έφηβου ποιητή και ήρωα της Κύπρου Ευαγόρα Παλληκαρίδη.


 Μπορεί σε κάποια μάχη


Μπορεί σε κάποια μάχη
γραμμένο η μοίρα νάχει
να μην γυρίσουμε
μα πάμε με καμάρι
και λέμε όποιον πάρει
και θα νικήσουμε




***

ΕΓΕΡΤΗΡΙΟΝ ΣΑΛΠΙΣΜΑ (Θα πάρω μιαν ανηφοριά)

Θα πάρω μιαν ανηφοριά
θα πάρω μονοπάτια
 να βρωτα σκαλοπάτια
που παν στη Λευτεριά.
~
Θ΄ αφήσω αδέλφια συγγενείς,
τη μάνα, τον πατέρα
μεσ΄ τα λαγκάδια πέρα
και στις βουνοπλαγιές.
~
Ψάχνοντας για τη Λευτεριά
θα ΄χω παρέα μόνη
κατάλευκο το χιόνι,
βουνά και ρεματιές.
~
Τώρα κι αν είναι χειμωνιά,
θα ΄ρθει το καλοκαίρι
Τη Λευτεριά να φέρει
σε πόλεις και χωριά.
~
Θα πάρω μιαν ανηφοριά
θα πάρω μονοπάτια
να βρω τα σκαλοπάτια
που παν στη Λευτεριά.
~
Τα σκαλοπάτια θ΄ ανεβώ,
θα μπω σ΄ ένα παλάτι,
το ξέρω θαν απάτη,
δεν θαν αληθινό.
~
Μεσ΄ το παλάτι θα γυρνώ
ώσπου να βρω τον θρόνο,
βασίλισσα μια μόνο
να κάθεται σ΄ αυτό.
~
Κόρη πανώρια θα της πω,
άνοιξε τα φτερά σου
και πάρε με κοντά σου,
μονάχα αυτό ζητώ.


το ακοούτε: https://www.youtube.com/watch?v=pN3iWfuBmEE


***


ημέρα της Νίκης


Μέρα λαμπρή κι αθάνατη
κι αδούλωτ' είναι σήμερα
που κι η σκλαβιά νικήθηκε
από την τόση ορμή...
~
Και λύγισαν, και σπάσανε
και λυώσανε τα σίδερα
που σου μάτωναν, Κύπρο μου,
το ασθενικό κορμί.
~
Μέρα χαράς ξημέρωσε
και μέρα ευλογημένη
κι απ' τη σκλαβιά που πέρασε
τίποτε πια δε μένει.
~
Χαρείτε όσοι πονέσατε
κι' όσοι νεκρούς εκλάψετε
το κλάμα παύει σήμερα
στης Κύπρου τα χωριά.
~
Κι όσοι πάτέρα, κι αδελφό
για φίλο σας εθάψατε
όλοι χαρήτε σήμερα
γιατ' ήρθε η λευτεριά
η πρώτη μέρα ελεύθερη
-στιγμή που δεν ξεχνιέται-
στη σκλαβωμένη Κύπρο μας

η λευτεριά γεννιέται.


***

Στην Κύπρο

Για σένα, Κύπρο αθάνατη, 
Πατρίδα σκλαβωμένη, 
Θα δώσω απ' το αίμα μου 
Κάθε σταλαματιά… 
Για να σε δω ελεύθερη 
Και χιλιοδοξασμένη 
Δε θα διστάσω, 
Κύπρο μου, 
Nα πέσω στη φωτιά.


***

Στην Κύπρο σαν θα πάμε

Στην Κύπρο σαν θα πάμε
στ' ωραίο µας νησί

Σε θέλουµε να φτάσεις
Ελλάδα µας και σὺ

Να διώξεις τη σκλαβιά μας
και νά’ρθ η Λευτεριά

Να σπάσουν αλυσίδες
και σίδερα βαριά


Μες στην οσσιάν της πεθυμιάς

      

Άντρια Γαριβάλδη
Η νύχτα μαύρη, βαρετή,
αφέγγαρη τζιαι σκοτεινή,
να ξημερώσ' ο Πλάστης μου
να βκω να κάμω μιαν ευτζιήν .

Πού να ρωτήσω γιόκκα μου,
πού να δικλήσω να σε δω,
ν' αρπάξω μες στα σιέρκα μου
σαν, Παναγιά μου, το Χριστό,
γυρεύκω την εικόνα σου
που 'πανωθκιό στο στρώμα σου.

Σκοτεινιαστήκαν τα βουνά,
τες αμαρτίες μολοούν,
πλάσμα γυρόν μου εγ γελά
τζιαι τα πουλιά μοιρολοούν
της μαυροφόρας μας σκλαβκιάς
τα αγνοούμενα παιθκιά.

Γυρεύκω τα σιερούθκια σου,
το στόμα τζείνον το γλυτζύν,
ακούω τα τραούθκια σου,
κουβέντες μέσα στη ψυσιήν,
λόγια που λάλες της χαράς,
γινήκαν σκέψεις συφφοράς.

Στες φυλακές που μάσσιεσαι
εν ξημερώνει το πρωί,
ούτ' άθρωπος δε βρέθεται
μιαν καλημέραν να σου πει,
μα δεν ηξέρω πού κρατείς,
αν εις τον κόσμον τούτον ζιείς.

Έλα, χαρώ σε μάνα μου,
άστρον της νύχτας πριν να βκεις,
στον ύπνον παραλάλημα,
έλα τζιαι πόψε να με δεις.
Έλα τζαι φεύκεις την αυκήν,
σαν άνεμος πριν τη βροσσιήν.

Σαν τον αθθόν της λεμονιάς
που πέφτει τζιαι σκορπίζεται,
με τον αέραν που φυσά,
στο χώμαν τζι αφανίζεται,
σαν κλώνος της πορτοκαλιάς
εκόπης τζι έσβησες μεμιάς.

Βκαίνω τζαι βρέχω τον στενόν,
ποτίζω την βασιλιτζιάν,
έσσω μας άμαν πουν' να μπεις,
εν' να μυρίσ' η γειτονιά.
Θαρκούμαι τζι έρκεσαι τωρά,
άκου την πόρτα που φακκά .

Ο πόθος μου επόλλυνεν
αλώπως έχω συντροφκιάν,
θωρώ σε μπαίνεις γιόκκα μου,
"ήρτα" φωνάζεις μου "μανά".
Μα 'ν' η οσσιά σου στο γιαλόν...
ο σσιος του πεύκου στο βουνόν.

Μες στη φωτογραφίαν σου
εζωντανέψαν τα παλιά,
ας ήταν τα ορόματα
να 'βκαίνασιν αληθινά
o
μες στην αγκάλη μου να μπεις,
"εγιώ 'μαι, ο γιος σου", να μου πεις.

Μα 'ν' η οσσιά σου στο γιαλόν...
ο σσιος του πεύκου στο βουνόν...


Ξαναντάμωμα



Ήρθες με ντύσιμο ανοιξιάτικο,
προτού η κρύες μέρες του χειμώνα τελειώσουνε καλά καλά
μήνυμα  φωτεινό να φέρεις.

Τα φύλλα στα δέντρα κρατούσαν τη δροσιά της νύχτας απαλά,
 οι πρώτοι ανθοί έσκαγαν με ροζομπλέ αποχρώσεις
σκορπώντας μηνύματα ευφροσύνης.

Κι εσύ αναδύθηκες από το πράσινου του κάμπου φορώντας τον ήλιο στα μαλλιά.

Δεν πάει καιρός από τότε που σκαρφαλώσαμε στην κορυφή του απέναντι λόφου
χίλια τα σκαλοπάτια είχαμ’ ανεβεί
κι εσύ είχες αφήσει πίσω σημείωση γραμμένη στο ημερολόγιο των λογισμών.

Να  ’ρθεις πρωί με την αυγή, σου είχα θυμίσει.

Κι ήρθες με μια αγκαλιά πράσινους κλώνους απ’ τα κυπαρίσσια
            σφίγγοντας στο νεανικό σου στήθος την εικόνα απ’ τα παλιά
γνέφοντας πως η ώρα να ξεκινήσουμε το ψάξιμο είχε σημάνει.

Ήρθες κι η ρόδα κύλισε του χρόνου ανθοφορούσα.


Αντάμωμα



Βρεθήκαμε στην άκρη του πάρκου
εκεί που τα χνάρια των πουλιών ψηλάφιζαν το νωπό χώμα
μετά τη βροχή που κόπασε για λίγα λεπτά.

Η ανάσα γρήγορη
 ρυθμικά έπαλλε στο στήθος
συνοδεύοντας τον ψίθυρο που έσβηνε στα παγωμένα χείλη.

Πίσω απ’ της πόλης τα φώτα π΄άναβαν δειλά
στο φίλημα των νεφών που στεφάνωναν τα γκρίζα κτίρια
μου ’γνεψες να γράψω στο μικρό μπλοκάκι
τις τελευταίες κουβέντες που είχαμε πει σαν προσευχή.

Και η βροχή ξανάρχισε το μέτρημα...

Να ’ταν τ’ αντάμωμα τάχα τυχαίο
ή ο σκοπός που όριζε ν’ αφουγκραστούμε τις καρδιές
μια τέτοια κρύα μέρα του χειμώνα
που η φύση οσφριζόταν την επιφάνεια της γυμνών χεριών
σαν χάιδευαν τον ρυτιδιασμένο κορμό του γέρικου πλατανιού;

Η πόλη ολόσωμη φωτίστηκε
και τα πουλιά κρυφτήκανε στις φυλλωσιές·
ανήσυχη άρχισ’ η βροχή ν’ ακολουθάει τις πατημασιές
ώσπου πια χώρισαν οι δρόμοι μας
κι απλώθηκε στους ώμους μας το χιόνι.

Έτσι, χωρίς βιασύνη
ρίξαμε πίσω μια στερνή ματιά
κι εκεί το βήμα χάθηκε...
 μέσα στο άγνωστο.

Μια μέρα θα γυρίσω, μου ‘χες πει...



ΣΤΟ ΚΑΤΩΦΛΙ ΤΟΥ ΑΥΡΙΟ



Όλο και λιγοστεύουν οι μέρες του χειμώνα
 
κι η αναμονή της άνοιξης γίνεται όλο και πιο έντονη.
Η βροχή πρασίνισε τον κάμπο της ψυχής 
κι ο ήλιος πήρε τη θέση του πίσω απ' τα χείλη τ' ουρανού.  

Eμείς, σαν πεταλούδες φτερουγίζουμε από μπαλκόνι σε μπαλκόνι 
κουβαλώντας την ουσία της γονιμότητας.
Έτσι, οι μέρες γίνονται πιο ανάλαφρες, κάπως λιγότερο μονότονες.
Περιμένουμε να δούμε μια πιο φωτεινή εποχή,
 
να ζήσουμε έναν κόσμο πιο ανεκτικό,
να σφίξουμε το χέρι ο ένας του άλλου
δίχως αμφιβολίες ή
 ενοχές.

Τα δέντρα στην αυλή σιγοψιθυρίζουν τον ήχο της καινούργιας μέρας,
Ο φλοίσβος της θάλασσας νανουρίζει την νεογέννητη ελπίδα.
Οι αποχρώσεις του ορίζοντα γράφουν το νέο σενάριο του ονείρου.
Κι εμείς γυρίζουμε σελίδα στο ημερολόγιο της ζωής.

Όλα αυτά σε πεζό ρυθμό στο κατώφλι του αύριο.



Άντρια Γαριβάλδη

Περιμένοντας



Ότι κι αν να πούμε το κακό έγινε πριν τόσα χρόνια!

Ότι και να πούμε
το πρωτοβρόχι εξακολουθεί να πέφτει αβέβαιο για τον προορισμό του,
σ’ ένα κήπο που ποδοπατήθηκε άγρια
και σφραγίστηκε με τ’ αχνάρια ξενικών επισκέψεων.

Ότι και να πούμε
το δέντρο ακόμα περιμένει στην πλατεία να ποτιστεί απ’ το χέρι το δικό μας.

Γι αυτό,
ας βιαστούμε να ξαναστολίσουμε την επόμενη άνοιξη
τον Επιτάφιο στην πικραμένη εκκλησιά.
Για ν’ αντηχήσει στον αυλόγυρο της
το τραγούδι των μελισσών.

Ότι και να πούμε
αυτά που θα πούμε όταν ανταμώσουμε στο σταυροδρόμι των αναμνήσεων
θα είναι μόνο λόγια παρηγοριάς, για μας και για σας.

Και όλα αυτά θα γίνονται…                                   
περιμένοντας ακουμπισμένοι στην πλάτη της θάλασσας !


Εποχιακό



Αν έχεις κουραστεί να ψάχνεις
για χαμόγελα στην άμμο
αν πια βαρέθηκες επίμονα ν’ αναζητάς
στο φύλλωμα της βουκαμβίλιας
την ανταύγεια της άνοιξης
τώρα που το ξεδιάλεγμα των αστεριών
έγινε ψίθυρος τ’ ανέμου
και το φθινοπωριάτικο στρωσίδι των φυλλοβόλων
χρύσισε την όραση
άπλωσε τις παλάμες σου στον ήλιο
ατένισε το άπειρο
κι αναλογίσου την αυγή του αύριο
που θα ‘ρθει φρέσκια
και βαμμένη με καινούργια όνειρα,
όνειρα που θα διώξουν ό,τι απόμεινε
απ’ το κρύο του χειμώνα.

Άντρια Γαριβάλδη


2/ 2012

Της Ανάστασης


 της Άντριας Γαριβάλδη

Και πάλι περιμένω στ’ ανοιχτό παράθυρο
να δω το πέταγμα της χελιδόνας...

Και πάλι αναζητώ το μυρωμένο αεράκι
που ’ρχεται απ’ το περβόλι το φορτωμένο μ’ ανθό και μέλισσα
να χαϊδέψει τα μάγουλα της άνοιξης
φέρνοντας την οσμή του λεμονιού
ν’ αναζωογονήσει τη γειτονιά.

Πάλι έρχεται το ταρακούνημα της μνήμης
τυλιγμένο στον καπνό απ’ το θυμίαμα της μάνας
το ευλογημένο να ετοιμάσει πασχαλιάτικο τραπέζι
με την ψάθα γεμάτη καλούδια, κουλούρια, ζυμωτά παξιμάδια
και τ’ άρωμα του τριμμένου τυριού στη σκάφη
που θα γεμίσει το σπίτι με τ’ άρωμα της φλαούνας
που θα ψήσει στον φούρνο
έξω στην αυλή της κυρά Παναγιώτας.

Να τρέξουν τα παιδιά να μαζέψουν αυγά
για να τα βάψει η μάνα κόκκινα
κόκκινα με το χρώμα της χαράς
για να’ χουμε στα χείλη μας χαμόγελο.

Ακόμα μαζεύω στο συρτάρι τις πολύχρωμες κλωστές
που θα κεντήσουν το γιορτινό τραπεζομάντιλο
τη μέρα της Λαμπρής
στο σπίτι μας... στη Ζώδια.

Καλή Ανάσταση να πούμε πια στον τόπο μας.

4/2012


Δευτέρα, 30 Μαρτίου 2015

Ο πραματευτής

του Ανδρέα Τιμοθέου 


Οι πραματευτάδες έφταναν στη γειτονιά της γιαγιάς καθημερινά και πουλούσαν τα πάντα, δεν υπήρχε καμιά ανάγκη να κατεβεί κάποιος στην πόλη για να ψωνίσει κάτι, για τις καθημερινές ανάγκες τουλάχιστον. Είχε ένα τελετουργικό η είσοδός τους στη γειτονιά, πρώτα κόρναραν και μετά ξεκινούσαν να φωνάζουν τι πουλούσαν και πόσο κόστιζε, κι αυτό δεν είχε σταματημό, έδινε ζωή στη γειτονιά. Έβλεπες τότε αμέσως τις γυναίκες της γειτονιάς να μαζεύονται γύρω από τα αμάξια τους και να ψωνίζουν ό,τι χρειάζονταν. Συνόδευα και γω τη γιαγιά όποτε ήθελε να πάρει κάτι και όταν μεγάλωσα πήγαινα μόνος μου. Τότε τηρούσαν και κάτι τεφτέρια, με τα γραμμένα βερεσέ, δεν υπήρχαν οι πιστωτικές και στο τέλος του μήνα όλοι έπαιρναν τα χρωστούμενά τους, με γεννημένη βέβαια την αμοιβαία εκτίμηση, η ευκολία από τη μια στον πελάτη και η συντήρηση του πωλητή από την άλλη.  Από καιρό σε καιρό έρχονταν και άγνωστοι πραματευτάδες που μάλλον κοντεύαμε στις πραμάτειες τους από περιέργεια, παρά από ανάγκη για κάτι. Κάποιες φορές βέβαια ανακάλυπτες θησαυρούς… Έπειτα οι τσιγγάνες, φορτωμένες με είδη προίκας, σεντόνια, τραπεζομάντιλα, σεμεδάκια που άπλωναν με την πρώτη ευκαιρία στις αυλές του κόσμου και χωρίς να σκεφτούν τον κόπο να τα τακτοποιήσουν μετά, ακόμα κι αν ο αγοραστής φάνταζε απρόθυμος. Είχαν τον τρόπο τους βέβαια, σχεδόν πάντα τα κατάφερναν. Πάντα απορούσα, πως από μια τσάντα έβγαιναν τόσα πράγματα. Η γιαγιά τις κερνούσε καφέ κι ας μην αγόραζε πάντα, αλλά πολλές ήταν οι φορές που παρατηρούσα τα παζαρέματα με φοβερό ενδιαφέρον, όταν ανακάλυπτε κάτι καλό στα χέρια των γυναικών αυτών. Είχε να φτιάξει τα προικιά για τις αδερφές μου βλέπεις και δεν ήθελε να τους λείψει τίποτα.
Οι πραματευτάδες ήταν φιγούρες αλησμόνητες, μεγαλώναμε παράλληλα, μα όσο χτίζονταν στην γύρω περιοχή καταστήματα, τόσο κόπαζαν οι φωνές τους που ακόμα αντηχούν με τόση νοσταλγία στη σημαδεμένη μου ψυχή. Οι πραματευτάδες έμπαιναν στο σπίτι σου με τη φωνή τους. Χαρούμενος ή μαραζωμένος, με διάθεση ή όχι, ήσουν υποχρεωμένος να τους ακούσεις. Μπορεί να σημάδευαν οι φωνές τους μια γέννηση, τον ερχομό ενός συγγενή από τα ξένα, μια απογοήτευση του πρωινού, ένα θανατικό που πλάκωνε το σπίτι σου… οι πραματευτάδες, ήταν πάντα εκεί, να μας θυμίζουν πως όλα κυλάνε. Μονάχα τη Μεγάλη Παρασκευή, δεν ερχόταν κανένας κι αυτό ήταν οριστικό και το τηρούσαν όλοι, από σεβασμό στο νεκρό Χριστό, έλεγε η γιαγιά. Κάποιοι από αυτούς είχαν την ευαισθησία και την έγνοια να φροντίσουν για τις γιαγιάδες στις πολυκατοικίες. Έβλεπα τα πανέρια να κατεβαίνουν από τα μπαλκόνια, να τα γεμίζουν με φρούτα, λαχανικά, ψωμί και όλα τα καλά και να ανεβαίνουν απάνω, κι η πληρωμή στο τέλος του μήνα. Μαζί με τα πανέρια, έφταναν στους πραματευτάδες και τα γνήσια χαμόγελα των ανθρώπων, η ευγνωμοσύνη για την ευκολία και η αγάπη απ’ την σχέση που μετρούσε χρόνια πολλές φορές.
Και κάπως έτσι ζήσαμε, μεγαλώσαμε και ντύσαμε τα σπίτια μας και την καθημερινότητά μας, με τις πραμάτειες τους και έτσι με πολύ λίγα, όλοι ήταν καθημερινά άρχοντες, γιατί θα είχαν τα αναγκαία. Ήταν Τετάρτη μεσημέρι, καθόμουν στην αυλή βυθισμένος στις σκέψεις μου για την επόμενη μέρα. Ξημερώματα είχα αφήσει τη γιαγιά μου απ’ το θανατικό κρεβάτι, να πορευτεί στο δρόμο της απόλυτης γαλήνης, μα εγώ πονούσα πρωτόγνωρα, πονούσα ανελέητα και ένιωθα πως αυτό δεν θα είχε τελειωμό. «Ο Πραματευτής», άκουσα πίσω μου με συρμένη φωνή, να το επαναλαμβάνει κάμποσες φορές ένας γλυκός κύριος. Η σκέψη της ήρθε και με πήρε απ’ το χέρι, να βάλουμε στο σπίτι μας ό,τι μας έλειπε για τη μέρα και ξαφνικά το σπίτι έλειπε, η γειτονιά χάθηκε και οι φωνές κόπασαν, η γιαγιά δεν ήταν εκεί, η γιαγιά δεν θα ’ταν ποτέ ξανά εκεί…

-Πραματευτάδες, ανοίξτε τα τεφτέρια σας για να λογαριαστούμε και αν σας περισσεύει, χαρίστε μου, ένα κομμάτι αγάπης σε μηνιαίες δόσεις.

Κυριακή, 29 Μαρτίου 2015

Η ΦΛΟΓΑ (Απόσπασμα ) Νεόφυτου Παπαλαζάρου

Η Φλόγα

Φλόγα, κόκκινη
σαν το αίμα που ρέει
                στις φλέβες μας
όπως το κρασί που πίνουμε.
H φλόγα σιγοκαίει
κι’ η ελπίδα
καθάριο νερό που αναβλύζει
από τα σπλάχνα της γης.

Mη με σκοτώνεις

Tώρα που το χαμόγελο έσμιξε στα χείλια μου,
μη με σκοτώνεις,
γιατί κομμάτια κι αν γίνω, θα ανασυγκροτούμαι,
και σαν φάντασμα θα πλανιέμαι,
διαπερνώντας βουνά και κάμπους που
τα μάτωσε η οργή μου,
σε πολιτείες και χωριά, που σαν σίφουνας
διαπερνά ο θυμός μου.
Tώρα που πήρα το άπειρο ύψος μου
μη με σκοτώνεις.

H λήθη

Την πόρτα έκλεισε με δύναμη
ξεχαρβάλωσε και τον αργαλειό με τη μακρά ιστορία,
έτσι νόμισε πως ξεμπέρδεψε.
Τ’ άφησε όλα και πήγε να κοιμηθεί,
ήσυχος πως έπραξε στο ακέραιο

το εθνικό του καθήκον.


Πράξη επί σκοπού

Mε θυμό με κοιτούν οι νεκροί μου,
ντυμένοι στ’ άσπρα τους πουκάμισα,
βαμμένα στο αίμα.
Στην επέτειο του πρόωρου τους χαμού,
επιλέξαμε να τους σκοτώσουμε ξανά και ξανά,
χωρίς ντροπή, μα προπάντων χωρίς μνήμη.
Tο βλέμμα τους λυγίζει σίδηρο και μεις
αδιάφοροι κοιτάμε στο πουθενά.


Eφησυχασμός

Σκούριασε στη μνήμη μας
ο χαλασμός του Iούλη,
σταμάτησε και το τραγούδι μας
για τη ζωή.
Kλειστήκαμε στο χαμόσπιτά μας,
επενδύοντας στην ευμάρεια


Άτιτλο

Aπολογούμαι γιατί κτύπησα
λάθος την πόρτα της
σωστής διεύθυνσης.

Ξενομανία

Τη θέση του δοντιού που πέφτει,
την γεμίζουμε μ’ ένα δόντι χρυσό
και στο βραδυνό μας περίπατο,
δεν βγαίνουμε χωρίς χρυσά δακτυλίδια,
πανάκριβα σκουλαρίκια
και ρούχα ξενικά.

H πληγή

Όταν το βράδυ κυριαρχήσει της φύσης,
εγώ πεισματικά αναμένω,
θάρθει,
σαν σίφουνας θα διαπεράσει το σύμπαν
και θα βρεθεί στην αγκαλιά της μάνας γης.


H ανάμνηση

Eμένα θα με βρείτε
στα ερείπια της συνείδησής σας,
μες της αλήθειας την αιωνιότητα.


Πυξίδα

Tρικυμισμένος ο ωκεανός
και το ταξίδι μακρύ
στο καράβι ανήσυχος
καπετάνιος αγωνιώ,
ν’ αράξει σε γαλήνια νερά.

 

O χωρισμός

Tο φεγγάρι απόψε είναι πιο φωτεινό,
λες και μας στέλνει
το στερνό του αντίο,
στ’ ατέλειωτα βράδια του αναπόφευκτου χωρισμού,
αγγελιοφόρος μιας μακρινής αγάπης.



5 ΧΑΙΚΟΥ για τη νύχτα


Γλυκό σούρουπο
πως πέφτει ανάλαφρο.
Φωνή του γκιώνη

Έχεις προσέξει
πως λάμπουν στο σκοτάδι
τ' άσπρα γιασεμιά

Η νύχτα μόνο.
Τ'αηδόνι του Σεφέρη
γλυκοκελαδεί


Φέξε φεγγάρι
στους δρόμους τ' ουρανού
να περπατήσω

Τραγούδα νύχτα
να κοιμίσω το παιδί
που μ' αγρυπνάει

από ανέκδοτη συλλογή της Ποιήτριας

Σάββατο, 28 Μαρτίου 2015

ΤΟ ΒΑΡΟΣ ΤΗΣ ΒΡΟΧΗΣ (Απόσπασμα)

ΤΟ ΒΑΡΟΣ ΤΗΣ ΒΡΟΧΗΣ

Το βάρος της βροχής
έπεσε ανελέητα
στο μάλλινο παλτό του
και ο χειμώνας
έγινε ασήκωτος
στους ώμους του.



ΟΙ ΛΑΘΕΜΕΝΟΙ

των δεμένων φρυδιών τους.
Εκεί κρύψανε τις μέρες
που δεν ήθελαν να θυμούνται.
Εκεί μέσα τις θωράκισαν όλες.
Τους διέφυγε πως τα φρύδια
δε μένουν πάντα στην ίδια θέση.



ΜΑΤΑΙΩΣΗ


Τελικά, το σύννεφο πέρασε
χωρίς ν' αφήσει ούτε μια σταγόνα βροχής.
’δικα αγοράστηκαν οι ομπρέλες.
’δικα ανησύχησαν όσοι ήρθαν χωρίς αδιάβροχο.


ΤΟ ΜΥΣΤΙΚΟ

Δε μας ξεγελά ο ήλιος άλλη φορά!
Το μάθαμε το μυστικό του πια.
Ένα σύννεφο είν' αρκετό
για να γίνει ο καιρός και πάλι βροχερός!



ΚΑΤΕΙΛΗΜΜΕΝΗ

Έπειτα από ταξίδι δύσκολο και μακρινό
έφτασε επιτέλους εκεί: στην καρδιά της !
Έκανε να περάσει.
Η πινακίδα τον σταμάτησε.
"Κατειλημμένη" έλεγε.


ΑΠΟΛΟΓΙΑ ΕΝΟΣ ΑΣΤΕΡΙΟΥ
ΠΟΥ ΕΠΕΣΕ ΣΤΗ ΓΗ



Με συγχωρείς
που δεν έγινε η ευχή σου αποδεχτή.
Λυπάμαι που δεν μπόρεσα
να πραγματοποιήσω τ' όνειρό σου.
Γι' άλλον έπεφτα χτες το βράδυ.
Δεν ήταν η δική σου σειρά.


Ο ΑΔΟΚΗΤΟΣ ΘΑΝΑΤΟΣ ΕΝΟΣ ΕΡΩΤΑ

Ο αδόκητος θάνατος του έρωτά τους
σε τόσο νεαρή ηλικία
δε συγκλόνισε κανένα δεν έντυσε στα μαύρα το λαό. Οι σημαίες δεν κυμάτισαν μεσίστιες
δεν κηρύχθηκε τριήμερο πένθος.
Η κηδεία του δεν έγινε "δημοσία δαπάνη"
δεν παρέστησαν
εκπρόσωποι της Πολιτείας και πλήθος κόσμου
δεν κατέθεσαν στεφάνους
κόμματα, σωματεία και οργανώσεις
ούτε καν εκφωνήθηκε επικήδειος
από κάποιο επίσημο
ή έστω από κάποιο φίλο ή συμφοιτητή.
Ούτε όμως κι εκείνοι τον πενθήσανε όπως του άρμοζε
με μαύρα γυαλιά και με την πρέπουσα αποχή
από τις μικροχαρές της καθημερινής ζωής.


ΜΕ ΣΠΟΥΔΗ

Αυτές τις λέξεις
θέλω να τις κρατήσω incognito
μέσα στο σώμα μου.
Γι' αυτό θα πρέπει
να τις μετακινήσω πάραυτα από την καρδιά.
Το δίχως άλλο
θα πρέπει να τις οδηγήσω
σε ασφαλέστερη περιοχή.
Κάπου που δε θα τις προδίδουν
χτύποι, αρρυθμίες και ακατάσχετες ταχυκαρδίες.


ΒΟΛΕΜΑ


Δεν προλαβαίνουμε τα υπόλοιπα.
Δεν τα ψάχνουμε άλλο πια.
Τα βολέψαμε κι αυτά καλά
σε κείνο το "και τα λοιπά, και τα λοιπά".

οι καραλελεγοι

Τον βρήκαν 
να χαροπαλεύει 
με κέρατο ελαφιού στο στήθος.
Παραμιλούσε.
Μα πολλοί τον πίστεψαν.
Και άρχισαν
να πλάθουν 
πύλινες αφροδίτες.

Πέμπτη, 26 Μαρτίου 2015

ΤΡΟΜΟΚΡΑΤΗΣ ΠΟΙΗΤΗΣ / Νικολαΐδης Παναγιώτης



Άμα το αίμα
άμα στερέψει το ψωμί
εμένα η νύχτα μου
Γιατί ’ναι νύχτα
δεν θωρείς
πως κάνουν ζάπινγκ
στο μέλλον μας
κι εμείς ξυπνάμε
φοβισμένοι
στο χιόνι
Άμα το αίμα
άμα στερέψει το ψωμί
εμένα η νύχτα μου
Γιατί ’ναι νύχτα
δεν θωρείς
Περνώ τα σύνορα
της ποίησης
και ζώνω με εκρηκτικά
τις λέξεις


το ποίημα το διαβάσαμε στο σύνδεσμο: http://www.chronosmag.eu/index.php/g-s-sps-l-p-16.html

[Όταν αγάπη αρχίζει] / Νικολαΐδης Παναγιώτης

Όταν αγάπη αρχίζει
ανοίγει βάραθρο λευκό
Ξεμανταλώνει φως χρυσό
σε νυχτωμένο κήπο
Όταν αγάπη τελειώνει
ξεπλένει το αίμα βιαστικά
Μπαλώνει χάδια χρώματα φτερά
σε πεθαμένο σώμα
Όταν αγάπη πέσει στο κενό
δέντρο που έχασε το φως
αντίλαλος στο χρόνο

[Όσο και να τεντώνω] / Νικολαΐδης Παναγιώτης

Όσο και να τεντώνω
δέρμα του καιρού
βαθαίνουν στο σώμα οι ρωγμές
φλέβες στεγνώνουν
Όσο και να λυγίζω
κόκκοι θανάτου
διαστέλλουν την όραση
Κι όμως αόρατη χορδή
ρυθμός ζεστός
βαθιά μές στο σηκώτι
Είναι που σε περίμενα στα χείλη
να μάθω πάλι το νερό
Είναι που σε περίμενα στοφως
Κρυφός σφιγμός
στα δάχτυλα του χρόνου

Οινοποίηση (μικρό απόσπασμα) / Νικολαΐδης Παναγιώτης


Φτωχέ μου στίχε
Εν θα γίνεις ποττέ σου
Μαραθεύτικον. (σελ. 17) 

Έναν ποίημα
 Έμεινεν στο συρτάριν
 Τζι εγίνην κρασί. (σελ. 18)  

Δουλεύκω λευκόν
 Πιστεύκω στο κότσινον
Είμαι ποιητής. (Σελ: 22)

    Είντα ‘ν’ που θέλεις;
Με πίννεις με δκιαβάζεις
 Ππέσε τζοιμήθου. (σελ. 27)  

Ο,τι τζι’ αν πούσιν
Εσού πάντα να ξέρεις
Είμαι σταφύλιν. (σελ. 39) 

Σκαλοπάτια: επίλογος, στάσιμο, πρόλογος και κύκλος φαύλος

το Δ΄ μέρος της Ποιητικής Συλλογής : Στιγμές Αλκυονίδες 

της Αγγέλας Καιμακλιώτη 


Εγώ: Πορεύομαι από χθες δίχως στάση. Τις παύσεις αποφεύγω, τα διάκενα, τα ενδιάμεσα. Υπάρχω εν πορεία, διατελώ εν ενεργεία, εν οδώ. Αν τολμήσω μιαν ανάσα, αν σταματήσω, τα σκαλοπάτια θα με κατεβάσουν ή θα με ανεβάσουν σε παράδεισο ή κόλαση. Θα  μ' οδηγήσουν σε πορείες κυλιόμενες, σκάλες πτυσσόμενες, σε λαβυρίνθους ηδυπάθειας. Ζητώ επιλογή: Σ' έναν παράδεισο αν θέλω να κατέβω -ποιος αποκάλεσε την κάθοδο αμαρτία;

Εσύ: Υπάρχεις και άρχεις και αργείς και καταργείς και καταργείσαι. Είναι μια μικρή πλαγιά χιονισμένη. Εσύ την επινόησες. Απ' το τσιμέντο ξεπροβάλλουν γιασεμιά και γαρδένιες. Με περιμένεις εκεί στη μέση της σκάλας. Η σιωπή προσθέτει σκαλοπάτια στον αέρα που δονείται εκκωφαντικά. Η κάθοδος μεγαλώνει, η άνοδος μεγαλώνει. Η είσοδος, η έξοδος, η οδός. Όλα μαζί συνονθύλευμα. Αφετηρία και τέρμα και διαδρομή. Απλώνεις το χέρι με οδηγείς. Πού; Αγνοείς. Αγνοείς κι αγνοείσαι.

Εμείς: Κρατάμε σφικτά ο ένας τον άλλο στη μέση της σκάλας . Χαμένοι δεσμώτες. Ηλεκτροφόρα καλώδια γαρδένιας και γιασεμιών μας τυλίγουν. Ηλεκτρικές εκκενώσεις ανθοφορούν στις καρδιές μας. Ανεβαίνουμε. Ανεβαίνουν μαζί μας οι μικρές κόκκινες ανάσες. Κατεβαίνουμε. Οι γαρδένιες κατεβαίνουν μαζί μας. Δίπλα το ασανσέρ χρονοβαγόνι χωρίς χάρτη πορείας. Ένα - Μηδέν - Υπό το μηδέν – Στάση.

Είναι μια μικρή χιονισμένη πλαγιά. Εσύ την επινόησες.
Εκεί παγώσαμε το χρόνο στα σκαλοπάτια.




Ελεύθερη πτήση


Το φιλί
χέρια φτερά
ελεύθερη πτήση
Η αγάπη
αγγέλων οδός
ψυχών χορός
Τα σώματα ανάδυση
στον ουρανό
κατάδυση στο γαλανό
Ελεύθερη πτώση
Κράτα με
Σε κρατώ
Σήκωσέ με ψηλά
Πιο ψηλά
Μαζί σου
Πετώ

 ***

Έκπτωτος Άγγελος


Εκεί στην άκρη τ' ουρανού
αραιωμένη ύπαρξη
μέσα στο σύννεφο
γκρίζος
μετέωρος
βρόχινος
διψασμένος
Το χέρι γαντζωμένο στον Ήλιο
Η  ψυχή βυθισμένη στη θάλασσα
Εκεί  κι εδώ
Έκπτωτος Άγγελος
Ούτ' εκεί ούτ' εδώ
Έκπτωτος  Ξένος
Υποψία φτερών ελαφραίνει
τους ώμους σου
Υποψία καρδιάς βαραίνει
το στήθος σου
Έκπτωτος   Άγγελος
Εσύ
Εσύ μου

Έχω φυλάξει τα φτερά μας

 **8

Εποχές


Κι ύστερα οι εποχές εναλλάσσονταν τυχαία
Άνοιξη φθινόπωρο χειμώνας
φθινόπωρο,  φθινόπωρο
Το καλοκαίρι θνησιγενές και αγνοούμενο
στο περιθώριο της ζωής μας πεταμένο
με στρώματα δειλίας σκεπασμένο
περίμενε της κρίσεως  την ώρα

Κι εσύ κρατούσες στο χέρι τα βιβλία και μου ' λεγες
για τη δροσιά του νοτισμένου χώματος
τη ζεστασιά του διχασμένου σώματος

Έπειτα η αγάπη ακατάσχετα φυλλορροούσε
Ο έρως ο αειθαλής κιτρίνιζε κι αιμορραγούσε
κι ενώ συνέβαινε  η άνοιξη για αιώνες
μας βρήκε το φθινόπωρο μοναχικούς θαμώνες

Φόρεσε η καρδιά διπλό πουκάμισο
χάλασαν οι καιροί στο ενδιάμεσο
Μια ελπίδα φόνισσα, λευκό μαχαίρι
με χιόνι σκότωσε το καλοκαίρι

 ***

Μελαγχολία


Άχρωμη  και πικρή
πολύχρωμες αλήθειες συνοδεύει
βουβή κι ανέκφραστη ερινύα
η μελαγχολία

Μουντζούρες επιτήδειες
Ακρωτηριασμοί των αισθήσεων
Άχρωμη αύρα ουδέτερη
Μνήμη αιχμηρή

Κι εσύ στο μαύρο και στο κόκκινο ανάμεσα
κάτω από κείνη την τεράστια πανσέληνο
μετέωρος στον ίλιγγο
μιας  μονόχρωμης πολυχρωμίας

Έπειτα υποχωρούν τα χρώματα
εξαφανίζονται τα ονόματα
Άχρωμη νηνεμία
Ουσίας  απουσία
Μελαγχολία

***

Ανάκριση


Μιαν αύρα
μια γαλήνη αναπολώ
ίσως ανάμνηση ή όνειρο
Σίγουρα για να πω δεν ξέρω
Μα ρίγος νιώθω
όταν τα μάτια σου
το σώμα μου ανακρίνουν
δίχως οίκτο

Φαντάσου να φαινόταν κι η ψυχή μου

 ***

Ζήτημα προτεραιοτήτων


Να μου το 'λεγες
έστω μία φορά καθαρά
Δίχως εκείνο
το ληξιπρόθεσμο
το ατελέσφορο
το ανέξοδο άλλοθι
του "θέλω, αλλά δεν μπορώ"

Να μου το 'λεγες
έστω μία φορά καθαρά
Δίχως εκείνο
το μίζερο
το αψυχολόγητο
το απροσδιόριστο κάτεργο
του "θέλω, αλλά δεν μπορώ"

Να μου το 'λεγες
έστω μία φορά καθαρά
Να σου πω κι εγώ
πως "μπορώ, όμως δε θέλω πια"

 ***

Ονειροπληξία


Να αποφεύγεται καλύτερα
η γείωση ονείρων
εν μέσω βροχής
και καταιγίδων
Εξαιρετικά επικίνδυνο
εγχείρημα
Αλεξικέραυνα είναι τα όνειρα
μόνο των καλοκαιρινών διαδρομών


***

Πιθανότητες


Ανάμεσα στο πιθανό
και το απίθανο
πιθανολογείται ο έρωτας
άπειρες
οι πιθανότητες λάθους
καθώς στη θεωρία
των παιγνίων
οι ενδιάμεσες αποδράσεις
εκμηδενίζονται ως
απλά ενδεχόμενα
στατιστικώς ασήμαντα

 ***

Το δέντρο της ζωής


Χορεύει το δέντρο της ζωής κι εσύ μαζί του
Τη μελωδία άκουσε μάθε το βηματισμό
Ξύπνα και φύτρωσε
Γίνε φύλλο κλαδί
γύρη στα πόδια της μέλισσας
Γίνε καρπός προς βρώσιν και τέρψιν
Γίνε δέντρο

Άσε τον άνεμο να σε μαστιγώσει
να σε λυγίσει
Τη βροχή να σε ξεπλύνει
να σε ξεδιψάσει
Το χιόνι να σε παγώσει
να σε λευκάνει
Τον ήλιο να σε ζεστάνει
να σε μεγαλώσει

Άκουσε επιτέλους τη μελωδία
Μάθε τα βήματα
και χόρεψε μαζί του
Κοίτα στην ομορφότερη σκηνή
το δέντρο της ζωής χορεύει
Σε περιμένει

***


Το κάδρο


Φως σκοτεινό
ο μαύρος πάνθηρας
βλέμμα βαθύ
σε κάδρο βελούδινο
πάνω στον άσπρο τοίχο
στο εφηβικό του στρώμα απέναντι
Τα βράδια στ’ όνειρό του
ζωντανεύει το αγρίμι
αίμα και σάρκα
μάταια γυρεύει
Πεινασμένο
επιστρέφει κάθε πρωί
πίσω στο κάδρο
Κι εκείνος μόνος πια συνεχίζει
να υφίσταται
ως πάνθηρας σε κάδρο
Ένα  μαύρο, βελούδινο αιλουροειδές
περήφανο μα λαβωμένο
Κάποια βράδια βέβαια
ο πάνθηρας επιστρέφει
κι αυτός
τον αφήνει  να κατασπαράξει
την καρδιά του
όχι από φόβο ούτε απ’  αγάπη
Από οίκτο


 ***

Καλοκαιρινό φθινόπωρο



Στο Φάρο είναι ακόμα καλοκαίρι
στην άμμο περπατούν
χωρίς προορισμό ζευγάρια
χέρι με χέρι
Παιδιά χτίζουν παλάτια, κάστρα
δίχως πόρτες και παράθυρα
με γέφυρες όμως
και διαδρόμους
ημερολόγια ονείρων
καρδιές ονόματα
γραμμένα κι άγραφα
Το γαλανό είναι ακόμα γαλανό
το άσπρο, άσπρο
η θάλασσα, θάλασσα
Το γκρίζο αφορά
μόνο τα σύννεφα
και κείνους
που δηλώσαν γέροι.


 ***

Τέλος


Θα κρατήσω για πάντα στο κέντρο μου
το ουράνιο τόξο που μου χάρισες
να βάφω τις αναμνήσεις και τα όνειρα
Ήλιε μου
Και θα φαντάζομαι πως ταξιδεύεις μαζί μου
μέχρι το τέλος της διαδρομής
εκεί που τελειώνουν τα ψέματα

Θα ονειρεύομαι πως φτάνεις μαζί μου
στη χώρα του "κάποτε" εκεί που διαγράφονται
όλες οι προηγούμενες διαδρομές
Στα σταυροδρόμια και στα ξέφωτα της ουτοπίας
εκεί που όλες ελπίδες γίνονται βροχή και χιόνι
στα χέρια σου
Ήλιε μου