Η Κυπριακή ποιητική παράδοση,η Κυπριακή ποίηση, έχει τις πηγές της πολύ βαθειά στο χρόνο, φτάνοντας μέχρι τις εποχές εκείνες που ανδρώθηκε το έπος. Τόσο ο χαρακτήρας της όσο και το περιεχόμενο της καθρεφτίζουν την ελληνικότητά της. Με τις σκέψεις αυτές προσπάθησα και προσπαθώ να δημιουργήσω μια Ποιητική Ανθολογία του Ποιητικού λόγου των Κυπρίων Ποιητών/τριών. Στα πλαίσια αυτής της προσπάθειας αναρτώνται και ανακοινώσεις για ποιητικές και γενικότερα λογοτεχνικές εκδηλώσεις αλλά και συνεντεύξεις Κυπρίων ποιητών/τριών, ώστε οι σκέψεις,οι ιδέες και οι ανησυχίες τους να γίνουν ευρύτερα γνωστές.
ΔΗΜΗΤΡΙΟΣ ΓΚΟΓΚΑΣ
Το παρόν Ιστολόγιο δεν είναι κερδοσκοπικό. Ως μοναδικό στόχο έχουμε να γίνει μικρή βιβλιοθήκη της Κυπριακής Ποίησης στο διαδίκτυο και να προωθήσει τη Ποίηση των Κυπρίων Δημιουργών.

Παρασκευή, 30 Μαΐου 2014

ΕΓΚΛΩΒΙΣΜΕΝΟΣ ΤΟΥ ΚΟΡΜΙΟΥ


Έπεψεν με ο Πλάστης μου, πας τουν την γην να ζήσω,
να ζυμωθώ με τη ζωήν, τον κόσμον να γνωρίσω,
τζι’άμαν εν νάρτει ώρα μου, να πάω πάλε πίσω.

Τζιαι για να μπόρα προχωρώ, στον κόσμον τζιαι στην φύση,
να κάμνω έργα όμορφα, τζι’ ότι δουλειάν γιουτήσει,
εχάρησεν μου το κορμίν, να με υπηρετήσει.
Να είναι πάντα δίπλα μου, όσον τζιαιρόν θα ζήσω,
να μεν μ’αρνιέται ότι πω, τζιαι ότι του ζητήσω,
τζι’αυτόματα να εκτελά, ότι επιθυμήσω.
Τζι’ εξήντα χρόνια πράγματι, έχω τα μετρημένα,
ότι εζήτουν του κορμιού, υπάκουεν σε μένα,
τζιαι δεν είχα παράπονον, που λλόου του κανένα.
Μ’άσιει τωρά λλίον τζιαιρόν, είμαι σε μίαν θέση,
της τρέλλας της απόγνωσης, κάπου τζιαμέ στην μέση,
γιατί αρνιέται το κορμίν, τωρά να εχτελέσει.
Τζιαι αρωτώ το να μου πει, κάποτε με το ζόρι,
τι έπαθεν τζιαι προχωρά, σαν το παλιόν παμπόρι,
τζιαι μου λαλεί εγέρασεν, για τούτον τζιεν η-μπόρει!
Τζιαι μαραζώννω τζιαι πονώ, άρκεψα σιουπποβάλλω,
στα χρόνια τα επόμενα, με το μυαλόν μου βάλλω,
τι θ’απογίνω το κορμίν, άμα γεράσει τζι’άλλο;
Ποιος μου το λάλεν το κορμίν, έτσι πως εν ν’αλλάξει,
στο καταλιάϊν γέρικον, να πα να την αράξει,
τζι’ότι ζητώ να μου λαλεί, πως δεν μπόρα ταράξει;
Σε λλίον έτσι θα λαλεί, τουν του κορμιού το στόμα,
τζιαι γιω θα σπάζω θα τσακρώ, γιατ’είμαι νέος κόμα,
τζιαι όμως εγκλωβίστηκα, σε γερασμένον σώμα!

Απόσταγμα


Μια σταλαγματιά,
ίαση τούτο το δειν
ποτέ μην χαθείς

Τετάρτη, 28 Μαΐου 2014

Τάσος Μητσόπουλος (ΝΕΚΡΟΛΟΥΛΟΥΔΟ ΨΥΧΗΣ)


Η σμίκρυνση του ήλιου μεσ΄ τα μάτια σου
Του φθινοπώρου Άνοιξη.
Η ζωγραφιά σου γνώση ΕΛΛΗΝΙΚΗ
καρδιά του Απόλλωνα αστέρι
καθώς οπάλινο φωνής
στην ποίηση η μουσική σου.
Αηδόνι θεϊκό η ψυχή
Αγγελινό το αιώνιο φως
κι η γη σε διψασμένη δόξα.
Ο Τάσος μεσ΄ το πέλαγο
στην ευτυχία ο γλάρος.
Συντροφικό καράβι η ζωή
και το χλωρό χορτάρι.
Ένα επί ένα ο άνθρωπος
Εσύ καλέ μου ο Λόγος
Καθώς το βήμα του Χριστού
της Λάρνακας το περιστέρι.



Λάρνακα 23/3/2014
ώρα: 6:45 π.μ





* Τάσος Μητσόπουλος:  Έλληνας Κύπριος νομικός και πολιτικός. Γεννήθηκε Αθήνα στις 30 Μαΐου 1965. Διατέλεσε Υπουργός Αμύνης Υπουργού Συγκοινωνιών και Έργων τη; Κύπρου. Απεβίωσε αιφνίδια την 21η Μαρτίου 2014.

Τρίτη, 27 Μαΐου 2014

Υγρός Ιούλιος

Η βροχή ζεστή
Φέρνει το ληστή
Πιο κοντά να μου πίνει το αίμα.

Ο Ιούλιος
Ήταν Δούρειος
Ένα δέμα γεμάτο ψέμα.

Εκατό φιλιά
Δε σε φέρνουν πια.
Έχει αλλάξει το τοπίο...

Και τα σύννεφα
Έτσι στα κρυφά
Το βουλιάξανε πάλι το πλοίο...

Κι όλα γύρω μου
Των ονείρων μου
Και της φαντασίας μου είναι δώρα.

Τραγουδάω μεν
Όμως στο ρεφρέν
Η ζεστή βροχή θα γίνει μπόρα...

Εκατό φιλιά
Δε σε φέρνουν πια.
Έχει αλλάξει το τοπίο...

Και τα σύννεφα
Έτσι στα κρυφά
Το βουλιάξανε πάλι το πλοίο...

Κυριακή, 25 Μαΐου 2014

Στέφανος Ζυμπουλάκης (βιογραφικό σημείωμα)

Ο Στέφανος Ζυμπουλάκης γεννήθηκε το 1941 στην Αμμόχωστο. Αποφοίτησε από την Ανώτερη Εμπορική Σχολή της Αμμοχώστου και στην συνέχεια σπουδάζει μουσική (θεωρητικά, Κιθάρα και βιολί) στο Ελληνικό Ωδείο Αθηνών. Ολοκληρώνει τις σπουδές του στην Αγγλία και πιο συγκεκριμένα στο σχέδιο στο  Bennet College  του  Selfield.
Η πρώτη του εμφάνιση εντοπίζεται την 18η Μαρτίου 1954, σε εκδήλωση της 2ης Συναυλίας του Καλλιτεχνικού Ομίλου Εργαζομένων Αμμοχώστου. 11 χρόνια αργότερα, την 9η Απριλίου 1965, συμμετέχει στο Κουαρτέτο Εγχόρδων Αμμοχώστου και ερμηνεύει του Επτά λόγους του Χριστού από το Σταυρό του Haydn.
Μαζί με τον Ανδρέα Χαραλάμπους ιδρύει την Ορχήστρα Εγχόρδων Αμμοχώστου όπου παίζει ως 1ο βιολί.
Δάσκαλος για περισσότερα από 12 χρόνια στο Λύκειο Ελληνίδων Αμμοχώστου, ενώ δραστηριοποιείται συμμετέχοντας στην Ορχήστρα εγχόρδων του ΡΙΚ και της Λυρικής Σκηνής Κύπρου. Εργάζεται στην Δημοτική Βιβλιοθήκη της Πόλης.

Το 1974, η Τουρκική Εισβολή, τον αναγκάζει ως πρόσφυγας πλέον να ζήσει και να εργαστεί στην πόλη της Λάρνακας.

Ιδρύει μαζί με τον Ανδρέα Ευρυβιάδη το Σύνδεσμο Φίλων Κλασσικής Μουσικής Λάρνακας - Αμμοχώστου και το Τρίο Κουαρτέτο Σαλίνες αποτελούμενο από:


  • τον ίδιο το Στέφανο Ζυμπουλάκη  1ο βιολί

  • Ανδρέα Ευρυβιάδη 2ο βιολί


  • Patrick Pinches 3o βιολί/ βιόλα

  • Εύη Ζυμπουλάκη πιάνο

Η συμμετοχή του στη καλλιτεχνική κίνηση της πόλης δίνει τεράστια ώθηση στα πολιτιστικά δρώμενα της Λάρνακας. Παράλληλα διδάσκει βιολί και κιθάρα και ορισμένοι από τους μαθητές του διαπρέπουν ως τις μέρες μας.

Το 2000 ιδρύει και διευθύνει με επιτυχία την Παιδική Ορχήστρα Εγχόρδων Λάρνακας - Αμμοχώστου η οποία αργότερα μετονομάστηκε σε  Ορχήστρα Εγχόρδων Νέων Ίδρυμα Χριστίνας Αποστόλου. Η Ορχήστρα αυτή προσφέρει σημαντικό καλλιτεχνικό έργο.

Η Μουσική όμως δεν είναι η μοναδική αγάπη και πάθος του Στέφανου Ζυμπουλάκη. Γράφει ποίηση, συνεργάζεται με τα περιοδικά Κύκλος και Μόρφωσις και τα ποιήματά του, έχουν έντονο το στοιχείο της αγάπης του για την Αμμόχωστο και την ζωή. Σήμερα ζει, διδάσκει Μουσική και γράφει στην πόλη της Λάρνακας


   
Έργα του Στέφανου Ζυμπουλάκη:

  1. Αναζητήματα (Ποιήματα), 1965

  2. Λευκές Αϋπνίες, 1967

  3. Μεταβολισμοί, 1970

  4. Παύλος Μεράνος (Μελέτη), 1971

  5. Ποιήματα, 1975

  6. Ανθολόγιο Λογοτεχνικής Κριτικής (Κριτική), 1980,81,84,87

  7. Ιστόρημα (Ποιήματα), 1993

  8. Χειρ Κυρίου, 1994

  9. Ερωτικά της Εύης, 1996

  10. Λούλα Γιάγκου Ρώσσου, 1997

  11. Της Πίκρας Μου Βιολί,  2000


πηγές:

  • Σύντομη Παρουσίαση του Στέφανου Ζυμπουλάκη στη Γιορτή των Γραμμάτων που έγινε προς τιμήν του στις 28 Ιαν 2011 από το βοηθό Διευθυντή Κο Πέτρο Λοιζίδη

  • Βιογραφικό Σημείωμα του Στέφανου Ζυμπουλάκη από τον Κο Ευαγόρα Καραγιώργη

  • Ιστοσελίδα: http://www.kypriwnerga.com



Έγραψαν και είπανε  για τον Στέφανο Ζυμπουλάκη




Ανδρέας Χαραλάμπους Μουσουργός, Καθηγητής Ευρωπαικού Πανεπιστημίου Κύπρου:



 «…………….Ο Στέφανος Ζυμπουλάκης, έχει προσφέρει πολλά. Πάρα πολλά. Ένας ικανός δάσκαλος, παιδαγωγός που τον έζησα χρόνια. Υπήρξε για μένα ένα κύτταρο και μόριο επηρεασμού στα όνειρα και τις επιδιώξεις μου. …………..Η πολιτεία του χρωστά πολλά. Αποτελεί πυλώνα πάνω στον οποίο θα στηριχθεί η πολιτιστική άνοδος του τόπου. Ο Στέφανος είναι ένα λουλούδι που στολίζει την Κύπρο μας και την καρδιά του τόπου. ……….»






Μάριος Παύλου Δάσκαλος Μουσικής: « ……………..Η μεγάλη συνεισφορά του Στέφανου Ζυμπουλάκη δεν περιορίζεται στην τεχνική πλευρά του οργάνου της Κλασσικής Κιθάρας, αλλά επεκτείνεται στην μετάδοση, σε όλους τους μαθητές του της αγάπης και το πάθος του για την μουσική.»






Ζωή Παισάνου Μάρκου Καθηγήτρια Κιθάρας: «……..Έχει μια μεταδοτικότητα και μια απέραντη αγάπη και αφοσίωση γι αυτό που κάνει που δεν θα μπορούσε να μην σου την μεταφέρει…»






Φωτεινή Εφφέ Δασκάλα Μουσικής : «……………Η αγάπη του για την ποίηση και το μεγάλο του πάθος για την μουσική τον έκαναν να ξεχωρίζει και να μεγαλουργεί. Είναι ένας άνθρωπος προικισμένος με λεπτότητα και πλούσιο συναισθηματικό κόσμο. Αγαπά την πατρίδα του και πολλές φορές υμνεί μέσα από τα έργα του την αγαπημένη του πόλη, την Αμμόχωστο. Αυτό όμως που τον κάνει να ξεχωρίζει είναι η απλότητα και η ανθρωπιά του……..»


Χαρούμενο

Οι συμμαχίες της νιότης πολεμούν στον κήπο μου
Ο Μάης, ο Μάης, χωρίς χειρόγραφα.
Γεωμετρίες του ανέμου και φτερά αρχαγγέλων
κοντά στους χαρταετούς με τα γαλάζια μάτια
σε φευγαλέους αγώνες εξαντλούνται.
Κι άντικρυ το μπαλκόνι των δεκάξι μου Μαΐων,
τα μάτια σου εσένα, αγάπη των χαμένων παραδείσων,
Θεέ μου, τι ωραία η πλάση σου
κι αυτή η καρδιά που πάντα σε σπουδάζει
στις περιπέτειες ήλιου κυπριακού
και στις πανσέληνες ματιές της Αττικής των άλλων ημερών μας.

Η όμορφη μέρα...


Η όμορφη μέρα θα μπορούσε να διαρκέσει
μες το ημερολόγιο της ψυχής
αν έχεις καθαρό ένδυμα και στην υποδοχή
δυο χέρια αγάπης κι ένα καλωσόρισμα
γεμάτο μέλι.
Εισέρχεται ύστερα ως νυμφίος
μες στην ανάμνηση.
Όταν το θέλει η περίσταση κι η σύμπτωση
ανοίγει τα φτερά της μες στο χώρο σου
γίνεται νέα πρωία
καινούργιος ουρανός για τα πετάγματα
ισάγγελων χαρταετών των είκοσι Μαΐων.

Σάββατο, 24 Μαΐου 2014

της πίκρας μου βιολί (μικρό απόσπασμα)


Άπλωσε το χέρι

μες στης μνήμης τ΄ άνθισμα.

Σφύριγμα του χρόνου η απαντοχή.

Τρεμοπαίζουνε οι φθόγγοι

δίχρωμη αρμονία.

Στάλα  στάλα το μαχαίρι 

και  στα πλήκτρα ο σφυγμός.


……………………..


Ψυχή το χώμα λήθαργος

πηγάδι αναμονής.

Του πόνου πόνος σιγαλιά

μικρό σπουργίτι κι άφωνο

στο πελαγίσιο θρόνο

Φευγάτο τρέχει το νερό

σε λίμνη αγριεμένη

Άλογο η σπίθα του τραχιά

καμιόνι αλαφιασμένο

……………..


Αποπλάνηση του ήχου η καρδιά

το εκκρεμές , το γήρας.

Κύκλωπες μελαχρινοί

φεγγάρια ρόδινα της νιότης

καθώς βραχίονας εσύ

της ποίησης φωτοβολίδα.

Σπόροι πέταλα χωράφια

το συνταίριασμα ζωής

και τ΄ αμάραντου πανέρι

σήμα σήμαντρο φωλιάς


…………………………………….


Ξεδιάντροπα το σκούφο του φοράει

γλιστράει το σύνεργο δε φεύγει.

Το σώμα να μ΄ αγγίξει θέλει

την πλάγια μου θωριά

κι΄ έτσι δειλά, απονήρευτα

θεριό που βασιλεύει την καρδιά του

το αίμα μου ρουφάει.


……………………….


Δεν ξύπνησαν ακόμα τριαντάφυλλα

της νύχτας κατακόκκινα πουλιά.

 Μονόχορδη φωνή στο ερημοκλήσι

κι εκείνος σαν βελούδινη χορδή

τραβάει το τόξο στο βιολί του .



……………………….



Χρονόμετρο οι κτύποι της καρδιάς

μέρα του έρωτα το σώμα.

Το γιασεμί, παρήγορο ζουμπούλι

μάτια σπινθήρας η φωτιά

αργό ηφαίστειο Θεού.

Το πράσινο, το κούτσουρο

ζευγάρωμα φυτού.


……………………………


Χιόνι βρεγμένο δάκρυα

φτωχή πολιτική.

Ψηλά ο κέδρος όραση

θρησκευτικό τραγούδι.

Καντήλι ανάβει προσευχή

ο γέρων μοναχός

Καθώς καμπάνα παντοκράτορα

αγίου εικονοστάσι.


…………………….


Όταν οι δείκτες μας κτυπούν

και τα σκυλιά γαυγίζουν,

να θυμάσαι: ο Ιλαρίων ο άγιος

φτιάχνει αυτοσχέδια τραγούδια.


…………


Παραλλαγή  του θρήνου η ζωή

της νύχτας καταφύγιο τροχάδην.

Βόρειος Πόλος παγερός

ψυχρή ματιά ηφαιστείου.

Σταγόνα δάκρυ αγίασμα

κερί της πέτρας λήθη.

Ανθός πορτοκαλιάς

Το ημερολόγιο έδειχνε 12 Φεβ 2012 όταν ο ποιητής της Κύπρου Στέφανος Ζυμπουλάκης συνθέτει με τον ποιητικό οίστρο που τον διακρίνει τον ΑΝΘΟ ΠΟΡΤΟΚΑΛΙΑΣ.
Τιμή μας γιατί γνωρίζουμε ένα άνθρωπο που η αγάπη του για την Πατρίδα- πόλη του, την  Αμμόχωστο ξεδιπλώνεται με μια αφάνταστη λεπτότητα και μας την μεταδίδει με μια λατρεία που αγγίζει τα όρια του πάθους.

12 Φεβ 2012


Ανθός πορτοκαλιάς η Αμμόχωστος

ανθός επιστροφής

με του Ακταίου τα όνειρα

στη μνήμη του Φαλήρου.

Θα ξανάρθω αγαπημένη, θα ξανάρθω

στη Σαλαμίνια γη μου

με της ευχές της προσευχής

με την αγάπη του κεριού

με το φτερούγισμα τ΄ Αη Νικόλα.

Μεσ΄  τα καντούνια του Σταυρού

τ΄ αηδόνι ανασαίνει.

Αηδόνισμα ρυθμού¨

Ελληνικό Γυμνάσιο, Λύκειο Ελληνίδων

καθώς αηδόνια της πορτοκαλιάς

τραγούδι επιστροφής να σιγομουρμουρίζουν


Γιορτή του ήχου αστερισμοί

κιτρομηλιάς η νιότη.

Σήμερα, αύριο, το αιώνιο

Αμμόχωστος μορφή

κι ανθρώπινο το κάστρο.

Βελούδινο το θρήσκευμα  η Λευτεριά

καμπαναριό η ζωή μας

καθώς του κάνιστρου οι ανθοί

τη θάλασσα αγναντεύουν .

Ένα το κύτταρο ΕΣΥ  της Άνοιξης ανάσα

Ένα το μόριο ΕΣΥ ανάσα επιστροφής

ανάσα ο ήλιος του Θεού ,

ΕΣΥ βασίλισσα πορτοκαλιά

κι εγώ πολίτης στο άρμα σου ψυχή.

Ψυχή μου ΕΣΥ

Ψυχή μου ΕΓΩ

Ψυχή μου ΑΥΤΟΣ

Κι όλο το φως ΨΥΧΗ ΜΟΥ.

Παρασκευή, 23 Μαΐου 2014

Ομορφιά


Χιλιάδες χρόνια ένα όνειρο λατρεύω.
Μ’ από τα βάθη, που έρχομαι, της ζωής
κι από τους θησαυρούς της που αναδεύω*,
σχήματα, ηχούς, ιδέες λογής-λογής,

μια ελπίδα, μοναχά, κρατάω στα χέρια
και δάκρυο τη θερμαίνει τρυφερό,
καθώς τα μάτια μου ρωτούν τ’ αστέρια
κι ο νους μου το βαθύ μετράει καιρό.

Τ’ όνειρο που λατρεύω σάρκα ας πάρει,
εκστατικός να ιδώ την ομορφιά,
να προσκυνήσω, τρέμοντας, τη χάρη,
να μπω στη νόηση, τέλος, τη θεϊκιά!


 * αναδεύω: ανακατεύω, ανακινώ

Η ΚΟΙΝΩΝΙΑ ΤΩΝ ΧΩΡΚΑΤΩΝ

γράφει ο Δημήτριος Γκόγκας
Μπήκα σε κάποιο βιβλιοπωλείο της Λευκωσίας και κατευθύνθηκα στην ράφι με την ποίηση. Ήθελα να αγοράσω ένα βιβλίο ποίησης, όχι κάποιου ποιητή συγκεκριμένα αλλά ως κριτήριο είχα τα χρήματα στο πορτοφόλι μου. Θα μου πείτε ότι αυτό δεν μπορεί να αποτελέσει κριτήριο. Στην παρούσα στιγμή αποτελούσε σίγουρα προυπόθεση, αφού δεν μπορούσα να διαθέσω πάνω από 10 ευρώ.
Ανακατεύοντας τα βιβλία και μη βρίσκοντας κάτι ενδιαφέρον (οι συλλογές μεγάλων ελλήνων και ελληνοκυπρίων ποιητών που υπήρχαν λίγο πολύ είχαν διαβστεί ) το μάτι μου έπεσε σε ένα βιβλίο που δεν ανήκει στην ποίηση, αλλά ο τίτλος του : Η ΚΟΙΝΩΝΙΑ ΤΩΝ ΧΩΡΚΑΤΩΝ μου προκάλεσε το άμεσο ενδιαφέρον. Το έγραψε ο φιλόσοφος και κοινωνιολόγος Καίσαρ Μαυρατσάς που διδάσκει στο Πανεπιστήμιο της Κύπρου.
Το διάβασα ειλικρινά μέσα σε δύο ημέρες και κάθε φορά που σταματούσα θεωρούσα ότι ήταν άστοχη ενέργεια αφού το έπιανα ξανά στα χέρια μου προκειμένου να μάθω τι λέει στην επόμενη σελίδα. Ανάλογο βιβλίο είναι το: Νεοκύπριοι Πλουτοκράτες ή Νεόπλουτοι Αρχοντοχωριάτες του κου Φοίβου Νικολαίδη που όμως τα κεφάλαιά του δεν θα μπορούσαν να αποτελέσουν επιστημονική διατριβή ή μονογραφία. Φυσικά ο κος Νικολαίδης προσεγγίζει με έναν ιδιαίτερο και μοναδικό τρόπο της ήθη και τις συνήθεις των ΚυΠρίων και δημιουργεί ένα ευχάριστο βιβλίο όπου η τραγικότητα συναντά το χιούμορ. Η ματιά του κου Νικολαίδη εμβαθύνει εξαιρετικά στην σύγχρονη Κυπριακή Πραγματικότητα και διακομωδεί τα πάντα. Όπως και πρέπει.
Αντίθετα στο βιβλίο του κου Μαυρατζά: Η ΚΟΙΝΩΝΙΑ ΤΩΝ ΧΩΡΚΑΤΩΝ διακρίνεται εμφανέστατα μια προσέγγιση της Κυπριακής Κοινωνίας χρησιμοποιώντας έννοιες που για πρώτη τουλάχιστον φορά εμφανίζονται στην υπάρχουσα βιβλιογραφία των Κοινωνικών Επιστημών κυρίως για την Κύπρο. Για να κατανοήσει κανείς όμως το βιβλίο και τα αναγραφόμενά του θα πρέπει να ζήσει την Κυπριακή Καθημερινότητα. Να δει με τα μάτια του όλους αυτούς τους γλαφυρούς΄ανθρώπινους τύπους που αποτελούν τον χαρακτηρισμό του ΧΩΡΚΑΤΟΥ. Όχι του Χωριάτη, όχι του Αγρότη ή του βοσκού (των ανθρώπων δηλαδή που ζούνε στο χωριό) αλλά ΤΩΝ ΧΩΡΚΑΤΩΝ των αγροίκων δηλαδή συμπολιτών μας, των ανθρώπων εκείνων που ζούνε ανάμεσά μας και η συμπεριφορά τους όχι μόνο είναι κατακριτέα και δακτυλοδεικτούμενη αλλά μας προκαλεί γέλιο αλλά και εκνευρισμό 
Σε πολλές περιπτώσεις ίσως ο αναγνώστης παρατηρήσει επανάληψη της επιχειρηματολογίας Τούτο όμως δεν κουράζει διόλου το αντίθετο μάλιστα. Εν ολίγοις στο βιβλίο Η ΚΟΙΝΩΝΙΑ ΤΩΝ ΧΩΡΚΑΤΩΝ που χωρίζεται ουσιαστικά σε τρία κεφάλαια μπορούμε να δούμε τον κόσμο των Ελληνοκυπρίων τόσο διάφανα, που σε κάποιο κεφάλαιο θα βρεθούμε και μεις μέσα του. Δυστηχώς αυτή η πραγματικότητα κρατά εγκλωβισμένους το σύνολο των κατοίκων του νησιού, που θεωρούν ως κέντρο της γης το νησί αυτό και δεν μπορούν να βγάλουν την ακίδα από το μάτι τους για να δουν μια διαφορετική οπτική της ζωής  και να πούνε τα πράγματα με το όνομά τους.
Συγχαρητήρια στον κο  Καίσαρα Μαυρατσά για την πληρότητα της μονογραφίας του. Ένα βιβλίο που πιστεύω ότι μπορεί να διαβαστεί από τον σύγρονο Κύπριο για να εξάγει τα δικά του συμπεράσματα πάνω στην ΧΩΡΚΑΤΟΣΥΝΗ που κυριαρχεί στην ζωή του

Πέμπτη, 22 Μαΐου 2014

Στην αγαπημένη μου κόρη (απόσπασμα)

Στη δύση της ζωής 
μόνο εσύ κοντά μου 
μοναδική ελπίδα 
μοναδική χαρά μου. 

Σαν έρθει η στερνή ώρα 
τα μάτια μου να κλείσω 
εσέ θα 'χω στη σκέψη 
για ν' αποχαιρετήσω. 

Κύπρος, το δίκιο σου ζητάς (απόσπασμα)

Όμως αδίκως προσπαθείς 
την Κύπρο να τουρκέψεις. 
Η Κύπρος είν' ελληνική 
μια λέξη τόσο μαγική 
θα δεις και θα πιστέψεις. 

Το μαρτυρούν τ' αρχαία της 
τα ήθη, η φωνή της. 
Αν όλ’ αυτά δεν σου αρκούν 
αυτό π' αιώνες μαρτυρούν 
το λέει η ψυχή της. 

Ψυχή, γεμάτη ανθρωπιά, 
τιμή, λεβεντοσύνη. 
Κι όσα θαυμάζουν οι λαοί 
χάρες που δεν έχουν πολλοί 
θα βρεις στη Ρωμιοσύνη. 

Στίχοι για την Κερύνεια

Κερύνεια αδούλωτη, κουράγιο τώρα 
η φουρτούνα πέρασε, η τόση μπόρα. 
Κερύνεια αδούλωτη, μη φοβάσαι 
θ' αγωνιστούμε μα ελεύθερη θα 'σαι. 
 
 
...........................
 
 
Μέσ' τη σκλαβιά είσαι το φως, 
στη σκοτεινιά το άστρο. 
Χαίρε εσύ αδούλωτη, 
της λευτεριάς το κάστρο. 

Εσέναν η αγάπη σου

Εσέναν η αγάπη σου εν πλάτανος λυσσιάρης
που χάρος εν τον καταλύει
την μιαν ημέρα κόφκεις τον,
την άλλη νασου τον πολυεί.
Εμέναν η αγάπη μου εν” τζέδρος αππωμένος,
που μιαν φοράν εβλάστησεν
τζ” όσον τζιαι να βάστα
άμα τον κόψεις γέρημος μεινίσκει τζιαι καμένος
τζ” εν ιξαναβλαστά.

ΚΥΡΙΑΚΟΣ ΚΑΡΝΕΡΑΣ (1900 - 1986). (βιογραφικά στοιχεία)


Γεννήθηκε στην Ξυλοτύµπου. Δεν πήγε σε κανένα σχολείο. Βοσκός το επάγγελµα. Χαρακτηρίστηκε σαν ένας  από τους κα­λύτερους λαικούς ποιητές της Κύπρου.  Υπηρέτησεστον αγγλικό στρατό το 1917 - 18 .
Ποιητικές του συλλογές:
  • "Που την αρκήν ως την υστερκάν», .
  • " Τα τραούδκια του βοσκού»,
  • "Νερά του Μάρτη»,
  • "Ποιητικά άπαντα».

Τα καλά των δεντρών



                                                                         
Θέλεις να δεις γην όµορφην που 'ναι παδκιάν και λίραν;
Έβκα στους κάµπους, στα βουνά τζιαι στάθου παρατήρα.

Τζι’ όπου τζι  αν δεις τζι έχει δεντρά, να πας να τους
κοντέψεις τζιει, εν η γη η όµορφη να δεις τζιαι να πιστέψεις.


Τζι αν πεθυµήσεις σπαστρικόν αέραν µυρωδάτον,

µεν βκεις να πας εις τον γιαλόν, κάλλιον να πας τζιει κάτω
πον τζειν' το δάσος που θωρείς το νωστοφυτεµένον,

να βρεις αέραν σπαστρικόν και µουσκοµυρισµένον.


Τζ αν έρτει µέρα τζι έβρει σε άρρωστον, για καλόν σου,
µεν πέψεις να φέρουσιν γιατρόν που πανωθκιόν σου.

Τζ εν µπορετόν στα σσιέρκα του να γείρεις να πεθάνεις,
κάλλιον να πας µιαν εβτοµάν µες στα δεντρά να γιάνεις.

Πόσα καλά µας φέρνουσιν και πόσα µας χαρίζουν;

Την πρασινάαν, την δροσιάν, την µυρωδκιάν π' ανθίζουν,

τα ξύλα τους εν πον φελούν οξά 'ν τα πωρικά τους; ποιον εν το παρακατινόν; Οι µούττες, τα κλωνιά τους, που
κόβκουµεν και κάµνουµεν στον νικητήν στεφάνιν;

'ξα 'ν που µας φέρνουν την βροχήν όποθεν τζι αν 'νεφάνει;

Καληώρα του πόσσιει δεντρά στον τόπο φυτεµένα,

ένι γονιός πόσσιει παιδκιά και βγκαίνουν προκοµµένα,

τζιαι βρίσκει τα παρηορκάν, ζει κι 'εν ηζιπελλεύκει*,
 έτσ' εν τζιείνος που 'βαλε δεντρά τζιαι που φυτεύκει.

* ηζιπελλεύκει: ζητιανεύει

Τετάρτη, 21 Μαΐου 2014

Διόδια

Τώρα θα δεις τα χρώματα ν’ αλλάζουνε
και τα βουνά να σμίγουν ένα-ένα.
Άγγελοι σα θνητοί θα σ’ αγκαλιάζουνε
εχθροί θα σου μιλούν αγαπημένα.

Τώρα θα πιω νερό απ΄το ποτήρι σου
δικά σου θα'ναι πια όσα δεν έχω.
Θα σπρώξω ουρανό στο παραθύρι σου
κι ό,τι δεν άντεχα θα το αντέχω.

Τώρα θα πιάσω σπίτι στον παράδεισο
τσάμπα οικόπεδο σε παράλια.
Του έρωτα θα βάλω το πουκάμισο
και θα νικήσω δίχως πανοπλία.

Τώρα θα δεις μες στης ψυχής τα υπόγεια
τραπέζι με ψωμί κι αλάτι
τώρα που δεν υπάρχουνε διόδια
που πέφτει σαν ζεστή βροχή η αγάπη.

Κερύνεια

Θ’ ανάψω απόψε ένα κερί
με μουσική λυπητερή Κερύνεια μου.
Να `ρθει το φως και να με βρει
Ν’ ανοίξει η μνήμη την πληγή Κερύνεια μου.

Θα μπω μ’ ένα παλιό βιολί
μεσ’ του σπιτιού μου την αυλή Κερύνεια μου.
Κερύνεια μου.
Να σε χορέψω μια στροφή
σαν άντρας πού `χει τρελαθεί Κερύνεια μου.
Κερύνεια μου.

Ύστερα θα `ρθει μια βροχή
σαν ζυγαριά στην αντοχή Κερύνεια μου.
Οι νότες τέρμα θ’ ανεβούν
Με αίμα οι σταγόνες θα μας βρουν Κερύνεια μου

Θα μπω μ’ ένα παλιό βιολί
μεσ’ του σπιτιού μου την αυλή Κερύνεια μου.
Κερύνεια μου.
Να σε χορέψω μια στροφή
σαν άντρας πού `χει τρελαθεί Κερύνεια μου.
Κερύνεια μου.

Ποιος μας πληγώνει; Ποιος μας πονά;
Ποιος μαχαιρώνει;
Ποιος μας πληγώνει; Ποιος μας πονά;
Ποιος μας ενώνει;

Δεν έχει πατρίδα ο άνεμος

Δεν έχει πατρίδα ο άνεμος
ούτε μητέρα
τις νύχτες ντύνεται άσχημος
θεριό την ημέρα
Δεν έχει πατρίδα ο άνεμος
μόνο φοβέρα
σφυρίζει, βρίζει σαν άνθρωπος
σαν άγριο τέρας.

Κι όλο προσπερνά και θυμίζει εσένα
όταν αγαπάς, όταν μαχαιρώνεις τα περασμένα
κι όλο προσπερνά και θυμίζει εσένα
όταν προσπερνάς, όταν ξεριζώνεις τα κερδισμένα.

Δεν έχει πατρίδα ο άνεμος
ούτε μητέρα
στην άβυσσο μπαίνει παράνομος
και πάει πιο πέρα
Δεν έχει πατρίδα ο άνεμος
ούτε μητέρα
τις νύχτες ντύνεται άσχημος
θεριό την ημέρα.

Κι όλο προσπερνά και θυμίζει εσένα
όταν αγαπάς, όταν μαχαιρώνεις τα περασμένα
κι όλο προσπερνά και θυμίζει εσένα
όταν προσπερνάς, όταν ξεριζώνεις τα κερδισμένα.

Cyprus

Ψυχές καράβια στον καιρό
τη λησμονιά χρόνια παλεύουν

Ψυχές τα δάκρυα μας κάνουν
πολλές ματιές μας συντροφεύουν

Παρασκευή, 16 Μαΐου 2014

[Έντεκα γρόνους ] / Ατσίκκος Γιακουμής

Έντεκα γρόνους ώς τωρά στην προσφυγιάν που ζιούμεν
νυχτοξημερωννούμαστιν τζι’ άγρυπνοι καρτερούμεν
να ξαναπάμεν έσσω μας, τζει κάτω να ταφούμεν.
Βρίσκουσιν τρόπους, κάθονται εις τες συνομιλίες,
μα λύσην ’εν ι-βρίσκουσιν, πιντώννουν τες αιτίες.
Οι ξένοι πάντα μάχουνται για το δικόν τους κκιάρι
τζιαι μας ’δα κάτω να τα βρουν ―πετσίν, τζι’ άλλοι τομάρι.
Όπου αγάπη τζι’ ο Θεός, οι πρωτινοί λαλούσι,
έτσι έχουν μιαν δύναμιν τζιαι τ’ άδικον νικούσι,
τούτ’ εν’ η στράτα η καλή, τζι’ ούλλοι μας να τη[ν] δούμεν,
ατ τ’ ’εν να λείψ’ η προσφυγιά τζιαι να ξαναστραφούμεν
στα σπίθκια μας που καρτερούν, τζι’ ειρήνικά να ζιούμεν.

Έπαρτους σιαιρετίσματα

Στην μνήμην του αξέχαστου συνάερφού μου
Ποιητή
Αείμνηστου Κυριάκου Καρνέρα
Έφυες Γέρο Πλάτανε τζι εσού κατόπιν τ’ άλλου,
θέλω να πω, του φίλου μας του μακαρίτη Παύλου.
Μπορεί να σου ’πεν κάποτε, φαίνεται μιαν ημέρα,
“Έτο πααίννω, τζι έρκεσαι κατόπιν μου, Καρνέρα”.
Συμφωνημένοι να ’σαστον ήτουν να γελαστείτε
που έξι μήνες τζι ύστερα να πάεις να βρεθείτε.
Αν δειτε τους συντρόφους μας τζει κάτω τζει που πάτε,
περνούν νάκκον καλλίτερα κανέναν αρωτάτε.
Τζει κάτω πέρκι ’εν έσιει κλέφτες, όπως ’δα πάνω,
όσα τζι αν έχουν θέλουσιν για να ’χουν παραπάνω.
Ούτε ’εν να γυρίζουσιν τες πόρτες να κτυπούσιν
για Δήμαρχους τζιαι βουλευτές ψήφους για να ζητούσιν.
Αν κάμνουσιν πυρηνικά, πυραύλους τζιαι κανόνια,
’εν να λαλούμεν του Θεού να μας πιντώννει γρόνια.
Αν ’εν την ίδιαν ζωή που ζιουν οι πεθαμμένοι,
να μείνουμεν στον τόπον μας που ’μαστον μαθημένοι.
’Πο τούτα ούλα ’εν έσιει στον Άδην σαν λαλούσιν,
έπαρ’ τους σιαιρετίσματα τζιαι να μας καρτερούσιν.

Στον αείμνηστον Παύλον Λιασίδην

Έφυες με παράπονον της προσφυγιάς θκειέ Παύλο
τζι ’εν θα ’χουμε συνάδερφον όπως εσέναν άλλο.
Σαν να ’σουν ένας τζιύρης μας με τες παραντζελιές σου
τζι έθελα πάντα να πατώ μέσα στες αυλατζιές σου.
Α(ν) δεις που τους συντρόφους μας κανέναν εις τον Άδη
πε τους κανέναν ποίημα ας εν’ τζιαι για σημάδι.
Παλαίσην, για τον Κουρουζιά, τον Γιώρκον Κατσαντώνη,
πε τους το λλιανίσκουμεν ώσπου περνούν οι γρόνοι.
Τζι αν ευρεθούμεν κάποτε στον Άδη τζι εν’ κισμέτι
τζι έσιει λαούτα τζιαι βκιολιά  κάμνεις μας ζιαφέτι.
Έναν κλωνί βασιλιτζιάν στεφάνι σου χαρίζω
τζι ως που ’χω πάνω μου οπνιάν εν να σε μακαρίζω.