Η Κυπριακή ποιητική παράδοση,η Κυπριακή ποίηση, έχει τις πηγές της πολύ βαθειά στο χρόνο, φτάνοντας μέχρι τις εποχές εκείνες που ανδρώθηκε το έπος. Τόσο ο χαρακτήρας της όσο και το περιεχόμενο της καθρεφτίζουν την ελληνικότητά της. Με τις σκέψεις αυτές προσπάθησα και προσπαθώ να δημιουργήσω μια Ποιητική Ανθολογία του Ποιητικού λόγου των Κυπρίων Ποιητών/τριών. Στα πλαίσια αυτής της προσπάθειας αναρτώνται και ανακοινώσεις για ποιητικές και γενικότερα λογοτεχνικές εκδηλώσεις αλλά και συνεντεύξεις Κυπρίων ποιητών/τριών, ώστε οι σκέψεις,οι ιδέες και οι ανησυχίες τους να γίνουν ευρύτερα γνωστές.
ΔΗΜΗΤΡΙΟΣ ΓΚΟΓΚΑΣ
Το παρόν Ιστολόγιο δεν είναι κερδοσκοπικό. Ως μοναδικό στόχο έχουμε να γίνει μικρή βιβλιοθήκη της Κυπριακής Ποίησης στο διαδίκτυο και να προωθήσει τη Ποίηση των Κυπρίων Δημιουργών.

Δευτέρα, 28 Απριλίου 2014

Το χάλκινο δάκρυ


Πάνω στο τραπέζι είναι ένα χάλκινο δάκρυ
Ο τεχνίτης είναι κάτω από το τραπέζι
Βαθύς αργός ποταμός ανασαίνει
Κάτω από το γέροντα μεταλλουργό
Και πιο πέρα από τον ποταμό
Το μέγα κήτος περιμένει
Μα αν κοιτάξει κανείς προσεκτικά
Στο χάλκινο δάκρυ
Επάνω σε κάτι σαν γυαλί
Διαθλάται ακόμη ο ουρανός
Και η πρώτη στεγνή θάλασσα
Φέρνει πίσω τα νερά της
Και σα να τραγουδάνε μακριά τα θηρία
Γι’ αυτό ο γέροντας χορεύει
Επάνω στο τραπέζι
Στο αυτί του οι ήχοι των μετάλλων
Έχουν αναστήσει όλους τους νεκρούς
Που χρόνια κείτονταν
Κάτω από το τραπέζι



από την συλλογή : δώδεκα καλοκαίρια και άλλα ποιήματα

Δώδεκα καλοκαίρια και άλλα ποιήματα (απόσπασμα)

Θυμάσαι αγάπη μου τότε που σταμάτησαν τα νερά;
Θυμάμαι λάσπη και μέσα της φυτεμένο ένα βλαστό
Θυμάμαι κίτρινα όνειρα να κρέμονται πάνω στα φύλλα της λεμονιάς
Και ταξιανθίες προσευχών να ανεβαίνουν πάνω σε ένα σύννεφο
Μυρίζοντας γιασεμί και θάλασσα
Την ημέρα εκείνη του προδομένου ήλιου που έπεφτε ψεύτικο φως
Πάνω στα πλαστικά παράθυρα και στους γυάλινους κήπους
Ριχθήκαμε για να κόψουμε ανθοδέσμες και τραγουδώντας
Περπατήσαμε ματωμένοι μέσα στις γειτονιές
Με μάτια κλειστά φωτίζαμε τα δρομάκια από τον μέσα μας ήλιο
Που μεγάλωνε καθώς βαδίζαμε
Και πόσοι μας είπαν τρελούς θυμάσαι;
Τότε ήρθε εκείνη ντυμένη σε μια δανδελένια ομίχλη
Φυσώντας λόγια και μιλώντας ίσκιους
Μπήκε στο σπίτι μας
Ένα στεφάνι βρέθηκε ανάμεσα στα μαλλιά μου
Να απλώνει ακάνθινα μέσα μου τα πλοκάμια του
Τότε άρχισαν οι πόνοι που έμελλε να με θερίσουν
Το δωδέκατο καλοκαίρι της πικρής αναμονής
Και ο πατέρας γελούσε γιατί στα χέρια έλαμπαν τα δαχτυλίδια
Την λευκή εκείνη ημέρα μεσουρανούσε υψωμένος ένας σταυρός
Και δυο χελιδόνια που έσταζαν φως από παλάμη σε παλάμη
Όπως το προείπε η μητέρα στη μητέρα
Εκείνο το Μάιο την ώρα που η πέτρα γεννούσε νερό
Και σφραγίστηκαν τα στόματά τους με αιμάτινες σφραγίδες
Να μην ξαναφιληθούνε πια
Χωρίστηκε το μέσα τους από το έξω
Και ζήσανε δώδεκα χρόνια σαν ξένοι
Όπως το είπαν τα πουλιά πριν χάσουν το χάραμα τα φτερά τους

[Κάθε φορά ]

....Κάθε φορά που σε φιλώ ο κόσμος αυτός ξυπνά και
ανασυντίθεται μέσα από τα κόκαλά του
Και υψώνεται για να υμνήσει μαζί με τα αναφιλητά της νύχτας
Όλα υπάρχουν για μια αιτία σκέφτομαι
Όταν σε βλέπω να σπαράζεις μακριά και μέσα μου ......

Είμαστε ξένοι στον κόσμο οι πιο κοντινοί μας ήταν εκείνοι που
μάκρυναν το δρόμο
που έμελλε να βαδίσουμε.....

[Μα είμαι εγώ]

Μα είμαι εγώ;
Μα θα σπάσουν τα σύννεφα
Θα εκρήγνυνται θάλασσες
Θα ανάψουν οι κήποι
Σα να φεύγει από πάνω μου
Το κόκκινο πουλί στεναγμός
Είναι η ψυχή μου που γεννάει τον κύκνο

Λογγίνος Παναγή (βιογραφικά στοιχεία)

O Λογγίνος Παναγή γεννήθηκε στη Λευκωσία το 1970. Σπούδασε δημοσιογραφία και σκηνοθεσία. Έχει σκηνοθετήσει τρεις ταινίες μικρού μήκους και θεατρικά έργα. Ποιήματά του έχουν δημοσιευτεί σε λογοτεχνικά περιοδικά και στο διαδίκτυο

έργα του: Δώδεκα καλοκαίρια και άλλα ποιήματα

Ξενιτεύομαι μ’ ένα φωνήεν (απόσπασμα) / Νικολαΐδης Παναγιώτης

ανοίγει φόβος
και φτερό Μάτι φιδιού
ο χρόνος

++
ξυπνά η μάνα
με ξυπνά
ψήνει καφέ να σηκωθεί
οχιά ο χρόνος

++
δίχως επίθετο
τη θράκα του θανάτου
θωπεύω

++
έμπης τζ’ ο τόπος έφεξεν
εστάξαν φως τα δέντρα
++
σε τούτο το βάραθρο βάση μου είναι η Στιγμή
ο Σολωμός κομήτης

++
 δίχως πατρίδα
περπατώ στον χρόνο πόνο
πόντο

++
 η πένα μου βαθιά
φλεβίτιδα
βάφει το ποίημα μαύρο

++
 χρόνια εμπορευόμαστε
το φως
κι όμως σκοτάδι
ασάλεφτο

++
 με φυσικό αέριο
ορύσσουμε
ξανά
την ιστορία

++
 όταν ο άνθρωπος πεινά
το μάτι του ζώου
βαθαίνει

++
 μ’ ένα στενό ντουφέκι
πενθώ
τα τρομαγμένα κοπάδια

++
 με φως σφαλίζουμε τα μάτια
των νεκρών
++
 σε εποχή τετράγωνη
θάνατος και ζωή
εξέχουν

++
 πεθαίνοντας έρχεται η ποίηση
++
το ποίημα
δεν είναι αλήθεια
δεν είναι ψέμα
είναι το ουράνιο τόξο
του ποιητή 

++
 
φύτρωσα

στην πέτρα και στον φόβο

++

 
χωρίς βροχή μεγάλωσα

 λιθάρι φως σκοτάδι

++

 
στη γλώσσα μου

 κλίνεται η ψυχή
 σ' όλες τις πτώσεις

++

 
όταν τα σύμφωνα φλέγονται

 ξενιτεύομαι μ' ένα φωνήεν

Κυριακή, 27 Απριλίου 2014

Ο μουγκός ποιητής

Ο μουγκός ετούτος ποιητής,
που τον βαραίνει η οργή των τρομερών ανέμων
η θλίψη των κλειστών παραθυριών
των ερημωμένων δρόμων η οδύνη.
ο μουγκός ετούτος ποιητής
που τον βαραίνει η σιωπή,
η αδικία των αιώνων,
ο μουγκός ετούτος ποιητής,
δεν θα μιλήσει…

Σάββατο, 26 Απριλίου 2014

Αρμεύτη Μαρίνα (βιογραφικά στοιχεία)

Η  Αρμεύτη Μαρίνα Γεννήθηκε στη Λεμεσό το 1974. Είναι απόφοιτη της φιλοσοφικής σχολής του Αριστοτέλειου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης. Εργάζεται ως καθηγήτρια στη Μέση Εκπαίδευση στην Κύπρο. Ποιήματά της έχουν δημοσιευτεί σε λογοτεχνικά περιοδικά. 

Συμμετείχει στο έργο: Ανθολογία σύγχρονης κυπριακής ποίησης από τις εκδόσεις Μανδραγόρας













Παρασκευή, 25 Απριλίου 2014

Θα πρέπει



Στην Εύη Μελανίδου

Πρωινό στο ωδείο 8.30 π.μ


Θα πρέπει ….

Θα πρέπει ….

Θα πρέπει ….

Τα άλλοτε πράσινα μάτια της αγάπης

να ξαναφτιάξουν τη φωλιά τους.

Φωλιά στην ηρεμία του πάθους

της ζωής και του απέραντου πελάγου.

Ένα βιολί στο πιάνο της ψυχής σου

η καρδιά μου κι η καρδιά σου .

Ακούω τις φωνές των λύκων

Η Αμμόχωστος Αγαπημένη

μα εσύ του ονείρου Άνοιξη

Χαϊδολογάς το περιστέρι

του βουνού  το πράσινο

μα ο έρωτας νυστέρι


Λάρνακα 30 Ιαν 2010

ΤΟ ΔΙΑΜΑΝΤΙ ΤΗς ΨΥΧΗΣ

(Και εγένετο Εύη Ζυμπουλάκη)
Το ΔΙΑΜΑΝΤΙ της ψυχής  λατρεία
δάκρυα της γαρδένιας Άνοιξή μου
σούρουπου το φως Εσύ.
Πάνε κι έρχονται τα χελιδόνια
φθινοπώρου μοναξιά
μα η ποίηση της καρδιάς μου
ωρολόγιον μουσικής.
Πρωινού τρισάγιο χρόνου
κρίνοι, γιασεμιά, λευκά τα φούλια
και το γέρικο πουλί
ανασαίνει ανταρσία.
Λιγοστός ο χρόνος
προσευχή ζωής.
Πιάσαμε τα χέρια και τα μάτια εκ βαθέων
το ουράνιο τόξο.
Στη μορφή του ονείρου
τ΄  όνειρο μας ένα.
Ένα Εσύ, Ένα εγώ
και οι γλάροι συντροφιά μας
στο πλατύ η θάλασσα
Το παραπάνω ποίημα του Στέφανου Ζυμπουλάκη γράφτηκε στις 24 Μαίου 2010.

Τρίτη, 22 Απριλίου 2014

Η μαύρη μπαλαρίνα / Νικήτα Δάφνη



Σήμερα πήρε το γράμμα
στα χέρια της
το φως από την υγρή πλατεία με τα ψηλά φανάρια
γλιστρά στο δωμάτιο του πρώτου ορόφου
το κρυστάλλινο πρόσωπο ακουμπάει στην άδεια παλάμη
-πρέπει να σε αφήσω πια-
Το φόρεμά της λάμπει κάτω από τη φωτισμένη ομπρέλα της σκυφτής κάμαρας
τα παπούτσια με τις μαύρες κορδέλες ισορροπούν στις μύτες ανάποδα σε ταβάνι
με αγγέλους και τριαντάφυλλα από μαλακό χαρτί
χορεύει με τα χέρια ανοικτά σε κύκλους
από λευκή κιμωλία και παλιά φαντάσματα
χωρίς μουσική, όμως όλα είναι όμορφα
μόνο ο ήχος της μυστικής ιστορίας οδηγεί τον παράξενο ρυθμό της
-θέλω να πάω εκεί έξω χωρίς εσένα-
Ο χορός δυναμώνει,
το δωμάτιο μεγαλώνει,
το σώμα  αιωρείται τεντωμένο σαν σχοινί,
το γράμμα εκεί
πάνω στο χαμηλό τραπέζι του περσινού ονείρου
όταν η μαύρη μπαλαρίνα σωριάζεται στο πάτωμα,
σε μια λίμνη
από το δάκρυ
μιας ανόητης
νύχτας.

Ο μολυβένιος άνθρωπος / Νικήτα Δάφνη



Και ξαφνικά
απλώνει το χέρι
και πετάει τη χρυσή
επιταγή στο ποτάμι
που στις όχθες του
ανασαίνουν με δυσκολία
ανάμεσα σε βρώμικα σεντόνια
και τυφλά σκυλιά
οι απόκληροι της μολυβένιας χώρας
με τα κλειστά παράθυρα
και τα κρύα μπαλκόνια
Ανεβαίνει στην άκρη του μεγάλου γεφυριού
πετάει από το κεφάλι
το στέμμα του δειλού άρχοντα
ξεριζώνει από το βαρύ παλτό
τα μικρά πολύτιμα εικονίδια της νίκης
ανοίγει τα μακριά του χέρια
και πηδά
στο κενό.

Παγωμένα πουλιά / Νικήτα Δάφνη




Αυτά που μου
δίνεις είναι ψίχουλα για παγωμένα πουλιά 
που κρέμονται τα βράδια στα παράθυρα  των σπιτιών
των ρημαγμένων πόλεων.

Κυριακή, 20 Απριλίου 2014

ΠΡΟΣ ΚΥΠΡΙΟ ΠΟΙΗΤΗ


Ως πότε θα στήνεις καρτέρι
στα τραγικά συμβάντα
με απώτερο σκοπό ιδία οφέλη
Ένα ποίημα να έγραφες
για τον αγνοούμενο αρκούσε
Με μια ολόκληρη όμως συλλογή
βεβήλωσες εντέλει τον πόνο
της δικής του αγαπημένης.

ΤΟ ΠΟΙΗΜΑ ΨΑΧΝΕΙ ΝΑ ΒΡΕΙ ΤΟΝ ΔΡΟΜΟ ΤΟΥ


Σήμερα που τα ποιήματα
κυκλοφορούνε συστημένα
πρέπει να βρω κι ’γω προξενητή
κι ας τον καλοπληρώσω
αλλιώς θα πρέπει ν’ αρκεστώ
σε δύο ή τρεις ομότεχνους μου
Αν κι αυτοί με απαξιώσουν
το δυσοίωνο μέλλον σου τέχνη
με σκεύος ποιητικής δεν θα επιβαρύνω
Τρόμαξα σαν άκουσα τα πουλιά να κρώζουν.

ΤΟ ΚΑΦΕ ΣΑΚΑΚΙ



Στο μουντό Λονδίνο
τον έδιωξαν από τη δουλειά
γιατί φορούσε καφέ σακάκι.
Χρώμα αντιεπαγγελματικό
όπως του εξήγησαν
Δείλιασε να τους πει
ότι καφέ είναι οι κορμοί των δέντρων
καφέ είναι και η γη που κατοικούμε
Φόρεσε γκρι κουστούμι κι επέστρεψε
επαγγελματίας στη δουλειά
Στη μέσα τσέπη είχε
τα ποιήματα του Κώστα Καρυωτάκη.

ΔΙΑΙΡΕΣΗ


Για τη διαίρεση
από μικρός κουβαλώ τον φόβο
Όταν την έμαθα στην Δευτέρα τάξη
τον τόπο μου διαίρεσαν
σε δύο πράξεις
Τώρα που την μαθαίνω
στο δικό μου το παιδί
Φοβάμαι
Το πηλίκο θα επικυρωθεί.

ΥΠΟΣΧΕΣΗ ΑΚΡΟΒΑΤΗ


Θα συντάξω βιβλίο σχολικό
χωρίς φασαρίες
Κηπουρό θα προσλάβω
να ψεκάζει τη μνήμη
σαν την ψώρα την άνοιξη
Χαριτωμένα θα συνοψίζω
αιματηρά γεγονότα
σε βωμούς κινουμένων σχεδίων
Υπόσχομαι να ταυτίσω τις δάφνες
με τους Βeat ποιητές
Να συστήνω ασκήσεις ισορροπίας
το σούρουπο
Να περνώ την ιστορία
δυο φορές από το μηχάνημα
κοπής του κιμά
Να φαίνομαι πολίτης του κόσμου
Ποιου κόσμου δε θα ρωτήσω
Διατάξτε κύριε!

ΓΙΑΤΙ ΣΒΗΝΕΙΣ ΑΓΡΙΕΜΕΝΟ



Σ’ έγραψα, σε ξανάγραψα
σε δούλεψα
κι όταν κατάλαβες
ότι σε προόριζα για ποίημα
έγινες έξαλλο.
Δεν ντρέπεσαι μου ’πες
Τόση δουλειά
για να μείνω αδιάβαστο
Πες με στιχούργημα
Δώσε μου μέτρο
Να ’χω ελπίδα τραγουδηθώ
αλλιώς σ’ εγκαταλείπω
Δάκρυσα
Δεν είμαι προϊόν ευαισθησίας
είπες αμείλικτα
πριν σβήσεις αγριεμένο.

ΕΙΝΑΙ ΚΡΙΜΑ ΝΑ ΓΙΝΟΥΜΕ ΜΥΘΟΣ


Είναι κρίμα να γίνουμε μύθος τόσο νωρίς
Είναι κρίμα να γίνουμε μύθος
Να μη ζήσουμε ως κατ’ εξοχή θνητοί
Είναι κρίμα να γίνουν οι μικρές μας χαρές
ξένες χαρές
Είναι κρίμα οι λύπες μας
να αποκτήσουν διαστάσεις εξωπραγματικές
Είναι κρίμα να μην παραμείνει κάτι
καθαρά προσωπικό
Να μην κρατήσουμε μια μας ήττα
εμπιστευτική
ένα μας όραμα υπερρεαλιστικό.

Είναι κρίμα να γίνουμε μύθος
ερήμην της δικής μας ψυχής

Βάκης Λοϊζίδης (μικρό βιογραφικό)

Ο Βάκης Λοϊζίδης γεννήθηκε στη Λευκωσία το 1965. Σπούδασε οικονομικά στην Αθήνα και έκανε μεταπτυχιακά με θέμα τον τουρισμό στην Αγγλία. 

Ποιητικές συλλογές: 

  • "Ποίηση και Κολάζ", Λευκωσία 1995· 
  •  "Χειροποίητα Μηχανής", εκδ. Ορίων, Λευκωσία 1999· 
  • "Κινητά Μνημεία", Λευκωσία 2002· 
  • "Σε ώρα Αιχμής", εκδ. Γαβριηλίδης, Αθήνα 2005, 
  • "Κλαράκι σπάζει", εκδ. Γαβριηλίδης 2007 και
  •  "Τα στοιχειώδη", εκδ. Γαβριηλίδης 2009.

Ιωαννίδης Λίνος (μικρή αναφορά)

Κύπριος Ποιητής. 

Έργα του:
  • "Περιγραφής Σχήματος". 1998
  •  "Λευκό", 1994 από τις Εκδόσεις Δωδώνης, και τον
  •  "Εξώστης" από τις Εκδόσεις Αιγαίον. 
  •  "Ο Χρόνος του Απρόσμενου Καιρού"(2001)
  •  "Φωνή Γραμμένη"(2006)

Αναπαράσταση



Νυχτώνει και βγαίνει
πάλι ο ίδιος
σαν ανάμνηση
περιγράφει την όψη του
ψηλός
με βλέφαρα
περιφέρει το ανάστημα
σαν σώμα

Επανάληψη



Κοίταγε την κάθε μέρα
θαύμαζε
που τα πουλιά στα σύννεφα
παίρναν την ίδια θέση

Εδώ
σε χώρα μακρινή
το πρόσωπό του
πόλη θλιβερή που δεν έχει πατρίδα

ΑΓΑΠΗ ΞΕΝΗ


Χλωρή φωτιά
δροσερό βλέφαρο
βρεγμένο δέρμα των ανθών
ζωντανό βάθος
μόνη κι ένοχη ομορφιά
ξημέρωσε τον ύπνο σου να γίνεις
όψη πυκνή κι ανάγλυφη
Αφή το φως των αγαλμάτων
σ’ ακουμπά και χάνεσαι
Η σκέψη φάνηκε κοντά
φωνή γραμμένη
Η ζωή του ύπνου της
δεν είναι να φανεί

Θέμεθλο



Εδιάβαινα την έρημη τη νυχτωμένη πόλη
τους σιδερένιους δίαυλους
των σκουπιδιών τους ύπνους.
Μες στις στοές
αγόγγυτες χορδές φωνές ριγούσαν
μες στις χολέτρες ψίθυροι
κούρνιαζαν και σιγούσαν.
Ίλιγγος των υπόκοσμων,
παλμός και προσωδίες,
αρρωστημένο δύστυχο φτερούγισμα του σκότους.
Αισθάνθηκα τους παγερούς υπόγειους σωλήνες
στα σπλάχνα μου να τρίζουνε φριχτά
και να δονούνται.

Μ έναν αχνό ανασασμό κι ένα λιτό μανδύα,
στης τρέλας μου τη μοναξιά
στου πόνου μου τη ψύχρα
στα πλανεμένα μου μυαλά
και στης ψυχής τη νύστα,
βυθίστηκα στ ατάραχα νερά των υδρατμών μου.
Εδιάβαινα την έρημη τη νυχτωμένη πόλη
τους σιδερένιους δίαυλους
των σκουπιδιών τους ύπνους.
Μες στις στοές
αγόγγυτες χορδές φωνές ριγούσαν
μες στις χολέτρες ψίθυροι
κούρνιαζαν και σιγούσαν.
Ίλιγγος των υπόκοσμων,
παλμός και προσωδίες,
αρρωστημένο δύστυχο φτερούγισμα του σκότους.
Αισθάνθηκα τους παγερούς υπόγειους σωλήνες
στα σπλάχνα μου να τρίζουνε φριχτά
και να δονούνται.

Μ έναν αχνό ανασασμό κι ένα λιτό μανδύα,
στης τρέλας μου τη μοναξιά
στου πόνου μου τη ψύχρα
στα πλανεμένα μου μυαλά
και στης ψυχής τη νύστα,
βυθίστηκα στ ατάραχα νερά των υδρατμών μου.

Σαν άλλοθι οι λέξεις (απόσπασμα) / Μιχαηλίδης Μάριος

Σαν άλλοθι οι λέξεις
Κι ο ποιητής υψώνει το σώμα του
Καιόμενος
Μα ούτε φθόγγος κραταιός
Μόνον ανάσες χνώτο προβάτου
Πριν απ’ τη σφαγή
Ή σαν νεφέλη απλωμένη
Στο σώμα στρατιώτη που ξεψύχησε
Βογκώντας όνειρα παιδικά.
Αποκεφαλισμένοι φθόγγοι
Τυμπανισμένοι ήχοι
Κραυγές αλυχτώντας
Σαν άλλοθι οι λέξεις
Γυρεύουν δικαίωση

Και φρύαξε η αυγή
Καθώς μας άνοιγαν τα σπλάχνα οι οβίδες
Και δεν μπορώ σου λέω να μη θυμάμαι
Και σκοτείνιασε μου λες
Τα κορίτσια μας κλειστά
Σαν άνθη και δεν έστερξαν το φως.
Η Μαίρη η Χρύσω κι η άλλη Μαίρη
Με τους λωτούς στα στήθη
Και σκοτείνιασε Κι ούτε που ξέρω
Πώς θα βγει και τούτη η νύχτα

Λοιπόν πώς εκλαμβάνεις
Τα όσα τεκταίνονται
Σιωπάς
Ωσάν να συνηγορείς μου φαίνεται
Και εκείνος ο Καρδιανός ο Θραξ
Πού έπεσε στα ανοιχτά του Κιτίου
Να πούμε πως δεν υπήρξε ποτέ
Άλλωστε με αρχαία φαντάσματα δεν πλάθεται η Ιστορία
Βέβαια παραμένει εκείνη η λευκή λήκυθος
Τοις εν Κύπρω πεσούσι
Μα και σ’αυτό θα δώσουμε απάντηση
Ναι πρόκειται περί ψευδεπιγράφου
Τώρα ως προς «τα κόκκαλα που λευκαίνονται
Στις ακτές μας» το ματωμένο πουκάμισο
Του τελευταίου στρατιώτη κλπ., κλπ
Ας το παραδεχθούμε πώς όλα υπήρξαν εν φαντασία
Είναι ρομαντικοί σου λέω οι ποιηταί
Πολύ ρομαντικοί

Να βαδίζεις ώρα μεσάνυχτα
Γυρτή η ματιά στους ώμους
Μια σκιά να πασχίζει λοξά
Τα λόγια που ακούς
Και να σέρνεις ένα βήχα
Στο στόμιο του φεγγαριού αργά
Τα βήματα σου ώρα μηδέν

Λόγος αντίφωνος
Στην όρχηση του μυαλού
Καθώς αρχινάς τον κανόνα
Ψαλμωδία μεσονύκτια
Εκεί που θροΐζουν φυλλωσιές
Και φιλήματα λάγνα
Τροπαιούχε ερωτικέ
Κανοναρχείς τη ζωή με το λόγο σου
Σαν άξαφνα ο πεπτωκώς μου φθόγγος
Ανοίγει τις φτερούγες του
Στο αιθέριο Σύμπαν

Σαν κάτι μια υποψία
Ψηλαφώντας αδιόρατους παλμούς
Και ήχους συριστικούς
Μιας ανάσας κεκαυμένης
Πώς όταν επέρχεται σκότος
Και μυριάδες θρύμματα
Του αντιρρόπου φωτός
Περιλούζουν το συμπαντικό κενό
Και μέσα σε όλα αυτά
Ασθμαίνει η εσωλέμβιος Μαρία
Τα έξω του κόσμου καταμετρώντας
Σαν κάτι μια υποψία
Το «αχ» που της έλαχε
Στα περίχωρα μιας νυκτωδίας
Και η αγωνία της να φθέγγεται
Καμπύλους υμεναίους
Στα άωρα μιας ευμέλειας
Ο ίσκιος της με τις ευθυτενείς προσδοκίες
Καθώς η Μαρία συρρικνώνεται υποδορίως
Μες στην ευρυχωρία του κάτι



.....................

ΒΛΑΣΤΗΣΗ / Νεοφυτίδης Ανδρέας


τοπίο με όνειρα μπετονικά που ανεβαίνουν
στα ύψη εφιάλτες. Τα δέντρα φυτρώνουν εντός
μου   
 

Ευαγόρας Παλληκαρίδης (βιογραφικό)

Γεννήθηκε στην Τσάδα της Πάφου, στις 28 Φεβρουαρίου 1938.

Πέρασε τις 6 τάξεις του Δημοτικού σχολείου με άριστα. Την 1η Απριλίου 1953, ο Ευαγόρας πρωταγωνιστεί σε διάφορες διαδηλώσεις κατά των Άγγλων. Συγκεκριμένα, στις 2 Ιουνίου θα γινόταν η στέψη της βασίλισσας Ελισάβετ. Στην Αγγλία και σε όλες τις αποικίες γίνονταν προετοιμασίες για το μεγάλο γεγονός. Στην Πάφο στο «Ιακώβιο Γυμναστήριο» αναρτάται η αγγλική σημαία, γεγονός που εξοργίζει τους μαθητές. Παραμονή της στέψης, οι μαθητές της Πάφου και οι φοιτητές του Λιασιδίου Κολεγίου οργάνωσαν διαδήλωση με αίτημα να υποσταλεί η αγγλική σημαία και να εκκενωθεί το γήπεδό τους από στρατιώτες και αστυνομικούς. Ο 15χρονος τότε Ευαγόρας αναρριχάται στον ιστό, κατεβάζει και σκίζει την αγγλική σημαία: το γεγονός αυτό έδωσε το έναυσμα για επέκταση των διαδηλώσεων.

Οι μαθητές και το πλήθος συγκρούονται με την αστυνομία, η οποία ενισχύεται από Τούρκους. Ο διοικητής στέλνει διαταγή να αποσυρθούν οι αστυνομικοί, γιατί δεν έπρεπε η στέψη της βασίλισσας να αμαυρωθεί με αίμα. Έτσι οι μαθητές παρέσυραν ό,τι είχε σχέση με τους εορτασμούς για την στέψη. Η Πάφος έγινε το μόνο μέρος όπου δεν γιορτάστηκε η στέψη. Ο Ευαγόρας συνελήφθη, αλλά αφέθηκε ελεύθερος λόγω της μικρής του ηλικίας.

Σε ηλικία 17 χρόνων, ο Ευαγόρας Παλληκαρίδης εγκατέλειψε το σχολείο και εντάχθηκε στις αντάρτικες ομάδες της ΕΟΚΑ. Στις 17 Νοεμβρίου 1955 οι μαθητές του Γυμνασίου συγκεντρώθηκαν και προετοίμαζαν μια διαδήλωση από τις γνωστές που οργάνωνε η ΑΝΕ (Άλκιμος Νεολαία ΕΟΚΑ) ως αντιπερισπασμό. Οι στρατιώτες είχαν διαταγή να πυροβολήσουν αδιάκριτα τους διαδηλωτές. Ο Ευαγόρας συλλαμβάνεται και οδηγείται στο δικαστήριο με την κατηγορία ότι συμμετείχε παράνομα σε οχλαγωγίες. Ο Ευαγόρας δεν παραδέχτηκε την κατηγορία και η δίκη αναβλήθηκε για τις 6 Δεκεμβρίου. Ήταν η αρχή του τέλους. Μια μέρα πριν τη δίκη, μπαίνει κρυφά στο σχολείο και αφήνει στην έδρα ένα σημείωμα:

    Παλιοί συμμαθηταί, Αυτή την ώρα κάποιος λείπει ανάμεσά σας, κάποιος που φεύγει αναζητώντας λίγο ελεύθερο αέρα, κάποιος που μπορεί να μη τον ξαναδείτε παρά μόνο νεκρό. Μην κλάψετε στον τάφο του, Δεν κάνει να τον κλαίτε. Λίγα λουλούδια του Μαγιού σκορπάτε του στον τάφο. Του φτάνει αυτό ΜΟΝΑΧΑ.
Θα πάρω μιαν ανηφοριά θα πάρω μονοπάτια
να βρω τα σκαλοπάτια που παν στη Λευτεριά.
Θ΄ αφήσω αδέλφια συγγενείς, τη μάνα, τον πατέρα
μεσ΄ τα λαγκάδια πέρα και στις βουνοπλαγιές.
Ψάχνοντας για τη Λευτεριά θα ΄χω παρέα μόνη
κατάλευκο το χιόνι, βουνά και ρεματιές.
Τώρα κι αν είναι χειμωνιά, θα ΄ρθει το καλοκαίρι
Τη Λευτεριά να φέρει σε πόλεις και χωριά.
Θα πάρω μιαν ανηφοριά θα πάρω μονοπάτια
να βρω τα σκαλοπάτια που παν στη Λευτεριά.
Τα σκαλοπάτια θ΄ ανεβώ, θα μπω σ΄ ενα παλάτι,
το ξέρω θαν απάτη, δεν θαν αληθινό.
Μεσ΄ το παλάτι θα γυρνώ ώσπου να βρω τον θρόνο,
βασίλισσα μια μόνο να κάθεται σ΄ αυτό.
Κόρη πανώρια θα της πω, άνοιξε τα φτερά σου
και πάρε με κοντά σου, μονάχα αυτό ζητώ.
Γειά σας παλιοί συμμαθηταί. Τα τελευταία λόγια τα γράφω σήμερα για σας. Κι όποιος θελήσει για να βρει ένα χαμένο αδελφό, ένα παλιό του φίλο, ας πάρει μιαν ανηφοριά ας πάρει μονοπάτια να βρει τα σκαλοπάτια που παν στη Λευτεριά. Με την ελευθερία μαζί, μπορεί να βρει και μένα. Αν ζω, θα μ΄ βρει εκεί.

Ευαγόρας Παλληκαρίδης    

Στις 18 Δεκεμβρίου 1956 μαζί με άλλους 2 συναγωνιστές του μετέφεραν όπλα και τρόφιμα από την Λυσό. Ξαφνικά βρέθηκαν αντιμέτωποι με αγγλική περίπολο. Οι 2 συναγωνιστές του Ευαγόρα κατάφεραν να διαφύγουν, αλλά ο ίδιος συνελήφθη. Στην κατοχή του είχε ένα οπλοπολυβόλο Μπρεν γρασαρισμένο. Ήταν συνεπώς ανέτοιμο για να χρησιμοποιηθεί. Επίσης κουβαλούσε 3 γεμιστήρες γεμάτες.

Κατηγορήθηκε για κατοχή και διακίνηση οπλισμού και μεταφέρθηκε στη Λευκωσία και η δίκη ορίζεται για τις 25 Φεβρουαρίου. Στη δίκη του ο Παλληκαρίδης δεν άφησε περιθώρια στους δικηγόρους του να τον υπερασπιστούν, αφού παρά τις αντιρρήσεις τους παραδέχθηκε την ενοχή του:

    Γνωρίζω ότι θα με κρεμάσετε. Ό,τι έκαμα το έκαμα ως Έλλην Κύπριος όστις ζητεί την Ελευθερίαν του. Τίποτα άλλο.    

Την επόμενη μέρα της καταδίκης του Παλληκαρίδη, οι μαθητές του Γυμνασίου Πάφου απείχαν από τα μαθήματά του σε ένδειξη διαμαρτυρίας και έστειλαν τηλεγράφημα στον Χάρτινγκ, με το οποίο του ζητούσαν να απονεμηθεί χάρη στον Ευαγόρα. Όλος ο κόσμος αρχίζει μια προσπάθεια να σώσει τον νεαρό μαθητή. Η Ελληνική κυβέρνηση προσπαθεί να αποτρέψει την εκτέλεσή του. Η Κυπριακή αδελφότητα Αθηνών ζητά προσωπική παρέμβαση του βασιλιά Παύλου. Η Βουλή των Ελλήνων στέλνει τηλεγραφήματα προς την Βουλή των Κοινοτήτων και τα Ηνωμένα Έθνη. Ο Αρχιεπίσκοπος Δωρόθεος, ο Χωρεπίσκοπος Σαλαμίνος Γεννάδιος, ο δήμαρχος Λευκωσίας κ. Δέρδης, 40 Εργατικοί Άγγλοι βουλευτές, συντεχνίες, ο Αρχιεπίσκοπος Νοτίου Αφρικής Νικόδημος, ο Αμερικανός Γερουσιαστής Fulton, απλοί πολίτες προσπαθούν να ματαιώσουν αυτή την εκτέλεση. Ο Χάρτινγκ όμως και η Αγγλική διπλωματία απορρίπτει την απονομή χάριτος.

Ο Ευαγόρας στο τελευταίο γράμμα του δηλώνει:

    Θ΄ ακολουθήσω με θάρρος τη μοίρα μου. Ίσως αυτό να ναι το τελευταίο μου γράμμα. Μα πάλι δεν πειράζει. Δεν λυπάμαι για τίποτα. Ας χάσω το κάθε τι. Μια φορά κανείς πεθαίνει. Θα βαδίσω χαρούμενος στην τελευταία μου κατοικία. Τι σήμερα τι αύριο; Όλοι πεθαίνουν μια μέρα. Είναι καλό πράγμα να πεθαίνει κανείς για την Ελλάδα. Ώρα 7:30. Η πιο όμορφη μέρα της ζωής μου. Η πιο όμορφη ώρα. Μη ρωτάτε γιατί.    


Απαγχονίστηκε στις 14 Μαρτίου 1957, σε ηλικία μόλις 18 ετών. Ήταν ο νεαρότερος αλλά και ο τελευταίος αγωνιστής που απαγχονίστηκε από τους Άγγλους.

Ο τάφος του βρίσκεται στα Φυλακισμένα Μνήματα στη Λευκωσία.

Μπορεί σε κάποια μάχη

Μπορεί σε κάποια μάχη
γραμμένο η μοίρα νάχει
να μην γυρίσουμε 
μα πάμε με καμάρι
και λέμε όποιον πάρει
και θα νικήσουμε

Ξέρω Μονάχα

Ξέρω μονάχα
πως της αγάπης η χαρά
έρχεται μόνο μια φορά
αχ! γιατί τάχα;

ΕΓΕΡΤΗΡΙΟΝ ΣΑΛΠΙΣΜΑ (Θα πάρω μιαν ανηφοριά)

Θα πάρω μιαν ανηφοριά
θα πάρω μονοπάτια
 να βρωτα σκαλοπάτια 
που παν στη Λευτεριά.
~
Θ΄ αφήσω αδέλφια συγγενείς,
τη μάνα, τον πατέρα
μεσ΄ τα λαγκάδια πέρα
και στις βουνοπλαγιές.
~
Ψάχνοντας για τη Λευτεριά
θα ΄χω παρέα μόνη
κατάλευκο το χιόνι,
βουνά και ρεματιές.
~
Τώρα κι αν είναι χειμωνιά,
θα ΄ρθει το καλοκαίρι
Τη Λευτεριά να φέρει
σε πόλεις και χωριά.
~
Θα πάρω μιαν ανηφοριά
θα πάρω μονοπάτια
να βρω τα σκαλοπάτια
που παν στη Λευτεριά.
~
Τα σκαλοπάτια θ΄ ανεβώ,
θα μπω σ΄ ένα παλάτι,
το ξέρω θαν απάτη,
δεν θαν αληθινό.
~
Μεσ΄ το παλάτι θα γυρνώ
ώσπου να βρω τον θρόνο,
βασίλισσα μια μόνο
να κάθεται σ΄ αυτό.
~
Κόρη πανώρια θα της πω,
άνοιξε τα φτερά σου
και πάρε με κοντά σου,
μονάχα αυτό ζητώ.

Των αθανάτων το κρασί

Των αθανάτων το κρασί
το ‘βρετε σεις και πίνετε
ζωή για σας ο θάνατος
κι αθάνατοι θα μείνετε

ημέρα της Νίκης



Μέρα λαμπρή κι αθάνατη
κι αδούλωτ' είναι σήμερα
που κι η σκλαβιά νικήθηκε
από την τόση ορμή...
~
Και λύγισαν, και σπάσανε
και λυώσανε τα σίδερα
που σου μάτωναν, Κύπρο μου,
το ασθενικό κορμί.
~
Μέρα χαράς ξημέρωσε
και μέρα ευλογημένη
κι απ' τη σκλαβιά που πέρασε
τίποτε πια δε μένει.
~
Χαρείτε όσοι πονέσατε
κι' όσοι νεκρούς εκλάψετε
το κλάμα παύει σήμερα
στης Κύπρου τα χωριά.
~
Κι όσοι πάτέρα, κι αδελφό
για φίλο σας εθάψατε
όλοι χαρήτε σήμερα
γιατ' ήρθε η λευτεριά
η πρώτη μέρα ελεύθερη
-στιγμή που δεν ξεχνιέται-
στη σκλαβωμένη Κύπρο μας
η λευτεριά γεννιέται.

η Κύπρος δεν πεθαίνει




Την Κύπρο μασ κι αν δέσανε
οι Άγγλοι μ' αλυσίδα,
έχει για πάντα την καρδιά
πίστη σε μια πατρίδα.
~
Η Κύπρος κι αν ελύγισε
δεν είναι σκλαβωμένη
Ελληνοπούλ' αδούλωτη
πάντα η ψυχή της μένει.
~
Το λέει ο γιαλός,
το λέει η στεριά,
κάθε βουνού κορφούλα.
Το λέει κάθε ανηφοριά
και κάθε της βρυσούλα.
~
Η Κύπρος δεν απέθανε
κι ούτε ποτέ πεθαίνει
κι απ' της σκλαβιάς τα σίδερα
τη βλέπω γω να βγαίνει.
~
Την Κύπρο δεν τρομάζουνε
φοβέρες και κανόνια
έχει βαριά κληρονομιά
απ' τα παλιά τα χρόνια.
~
Στην Κύπρο την αθάνατη,
την Κύπρο τη γενναία
είναι καιρός να στήσουμε
Ελληνική σημαία.

Στην Κύπρο

Για σένα, Κύπρο αθάνατη,
Πατρίδα σκλαβωμένη,
Θα δώσω απ' το αίμα μου
Κάθε σταλαματιά…
Για να σε δω ελεύθερη
Και χιλιοδοξασμένη
Δε θα διστάσω,
Κύπρο μου,
Nα πέσω στη φωτιά.

Στην Κύπρο σαν θα πάμε

Στην Κύπρο σαν θα πάμε
στ' ωραίο µας νησί

Σε θέλουµε να φτάσεις
Ελλάδα µας και σὺ

Να διώξεις τη σκλαβιά μας
και νά’ρθ η Λευτεριά

Να σπάσουν αλυσίδες
και σίδερα βαριά

Μαριάνθη Παναγιώτου – Παπαονησιφόρου (βιογραφικά στοιχεία)


Γεννήθηκε στη Μεσόγη της Πάφου 1941. Σπούδασε κοινωνικές επιστήμες στην Ελλάδα και Αγγλία
  και εργάστηκε στην Υπηρεσία Κοινωνικής Ευημερίας μέχρι το 1996.  Είναι ιδρυτικό μέλος της Εταιρείας Λογοτεχνών Πάφου της οποίας διετέλεσε Πρόεδρος από το 1992 έως το 2006. Είναι επίσης μέλος του Κυπριακού ΠΕΝ και του Κυπριακού Συνδέσμου Παιδικού και Νεανικού Βιβλίου


Ποιήματα της περιλαμβάνονται σε ανθολογίες στην Κύπρο και το εξωτερικό και έχουν μεταφραστεί σε άλλες γλώσσες.

Έργα της


Ποίηση


  • Επιστροφή, 1978
  • Ηρωικοί Απόηχοι, 1983
  • Άχρονη φύση, 1988
  • Φτερουγίσματα, 1992 ποίηση για παιδιά βραβεία ΚΣΠΝΒ
  • Καλοκαιρινές τοπογραφίες, 1994 ποίηση για παιδιά βραβεία ΚΣΠΝΒ
  • Της γης μου οι αντίλαλοι, 1997, ποίηση για παιδιά βραβεία ΚΣΠΝΒ
  • Γράμμα στον Αγνοούμενο, 1997 ποίηση, κρατικό βραβείο
  • Κατέβα φεγγαράκι να παίξουμε κρυφτό, 2002, ποίηση για παιδιά Κρατικό Βραβείο
  • Τα φκιόρα της πικραθασίας, 2003, ποιήματα στην Κυπριακή διάλεκτο
  • Η πόρτα μου ήτανε μετάντι, 2004, ποίηση, κρατικό βραβείο
  • Τριαντάφυλλα τζι αγκάθκια
Πεζογραφία

  • Η φουρναροπούλα, 2002 παραμύθι για παιδιά
  • Η πορτοκαλένη, 2006, παραμύθι για παιδιά, τιμητικός κατάλογος ΙΒΒΥ

  • Άι μάτια γιαλλουρούδια, άι πόδια πεταλούδια, 2002 δέκα μύθοι

  • Ιδιωματισμοί και αλληγορικές εκφράσεις της Κυπριακής Διαλέκτου, 2004 λαογραφία

[Είντα γυρεύκεις πέρτικα]

«Είντα γυρεύκεις πέρτικα
με τα πλουμιά τα σέρτικα
ξηφώτιν τζιελαηδώντα;
- Εν τη κρατίζω την χαρά
γιατί έχω ταίριν στην φουλιάν
τζιαι στην φουλιάν μιτσιά πουλλιά
ελάλε μου πετώντα

Είντα που θέλεις πέρτικα
με τα φτερά τα πέττικα
ποσκότιν στην αυλή μου;
- Μήτε φαϊν μήτε νερό.
Το κλάμα το λυπητερόν
εν πο’ χω ταίριν χασιμιόν
γυρίζει τζιαι λαλεί μου».

Εδώ φοβούνται να γεράσουν / Παπαφιλίππου Λουκής

Εδώ φοβούνται να γεράσουν. 
Καρφώνονται 
Κάπου μεταξύ πενήντα, εξήντα, εβδομήντα 
 και πεθαίνουν 
καμακιασμένοι από μια κλιμακτήριο 
 που δε γνώρισαν 
ένοχοι 
ξοδεύονται 
συμβατικά 
και γυρίζουν 
σε θρανιά 
να διδαχθούν 
για δεύτερη φορά 
την αμάθειά τους

«Ελλάδα μου» / Παπαφιλίππου Λουκής

«Στην ανάγνωση δηλώνω
αγράμματος
στη φωνή δηλώνω
άφωνος
στην όραση δηλώνω
τυφλός
να μη σε διαβάσω
να μη σε ακούσω
να μη σε δω
πληγωμένη μου»

Σάββατο, 19 Απριλίου 2014

Μιχάλης Πασιαρδής (βιογραφικά στοιχεία)


Ο Μιχάλης Πασιαρδής γεννήθηκε στο Τσέρι το 1941. Έκανε τις γυμνασιακές του σπουδές στο Παγκύπριο Γυμνάσιο. Εργάστηκε για πολλά χρόνια ως Λειτουργός Προγραμμάτων στο ραδιόφωνο του Ρ.Ι.Κ.
Ασχολείται κυρίως με την ποίηση και το θέατρο. Γράφει ποίηση από τα νεανικά του χρόνια κι έχει εκδώσει μέχρι σήμερα έντεκα, συνολικά, ποιητικές συλλογές. Ποιήματα του μελοποιήθηκαν από διάφορους Κύπριους συνθέτες.
'Εγραψε ποίηση και θέατρο στην κυπριακή διάλεκτο. Γνωστά θεατρικά έργα του είναι: «Γιαλλουρού (1961), «Το νερόν του Δρόπη» (1968), «Μιαν φοράν σ' ένα χωρκό» (1969), «Στα χώματα της Μεσαρκάς» (1970), «O Θησέας στην κοιλιά του Μινώταυρου» (1973), τα οποία είτε μεταδόθηκαν από το ραδιόφωνο, είτε ανεβάστηκαν στη σκηνή.
Είναι τακτικός συνεργάτης στην καλλιτεχνική στήλη της εφημερίδας «ο Φιλελεύθερος» και συνεργάστηκε και με διάφορα περιοδικά σε θέματα πνευματικού περιεχομένου

“Φέρτε μου το παλιόν δκιολίν (Στους παλιούς ρυθμούς)”

Φέρτε μου το παλιό δκιολίν τζαι το παλιόν λαούτο

με κόρτες πόν ανταχτερές για το τραούιν τούτο

 

Θωρώ τον Πενταδάχτυλον που στέκει πικραμμένος

με τους αλύσους τους χοντρούς σαν τον ληστήν δημμένος

 

Να πκιάω στράτες των πουλλιών να πάω το Καρπάσι

να δω φίλους τζαι συγγενείς τζει κάτω πώς τα πάσι

 

Που την Τζερύννειαν έρκουμουν εψές εις τ’ όρομάν μου

τζι’ οι πέτρες εφωνάζαν μου· εξέραν τ’ όνομάν μου

 

Της Αμμοχώστου θάλασσα, της Μεσαρκάς αλώνια

ζυμώννει ο πόνος το ψουμίν να φαν παιδκιά τζι’ αγγόνια

 

Σερκές – σερκές επκιάσασιν τ’ άστρα στον ουρανόν μας

τζι’ είπαν· «εν χωριζούμαστιν στον τόπον τον δικόν μας».

Γραφή και έρωτας

Στη γραφή όπως και στον έρωτα
μπορεί να μην υπάρξει επίλογος
να ' ναι μόνο μια σπασμωδική κι ακατανόητη
γραμμή ή μια ατέλειωτη κι άναρθρη φράση.
Όμως πρόλογος υπάρχει σε όλα.
Ακόμη και τώρα, τούτη τη στιγμή,
που το χέρι σου έχει φτάσει τα μαλλιά σου.

(Έκλεισες....)

Έκλεισες
μες στις χούφτες σου τον άνεμο
τον έπλασες
σαν τον πηλό
Γι' αυτό
κουβεντιάζεις μ' ένα άγαλμα
που αυτοί
δεν το βλέπουν
Γι' αυτό
κοιμάσαι μόνη τα βράδια
και λες,
είμαστε δυο.

Μιχάλης Πιερής (βιογραφικά στοιχεία)

Ο Μιχάλης Πιερής γεννήθηκε το 1952 στην Εφταγώνια της Κύπρου που βρίσκεται στην επαρχία Λεμεσού. Σπούδασε φιλολογία και θέατρο στη Θεσσαλονίκη [Bασικές σπουδές στο Aριστοτέλειο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης, (1972-1976) στο Mακεδονικό Ωδείο Θεσσαλονίκης (Θεατρικές Σπουδές, 1976). Mεταπτυχιακές σπουδές στο Aριστοτέλειο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης (M.A., 1976-1978)] και στο Σίνδεϋ (Ph.D.,1983) και δημοσίευσε αρκετές φιλολογικές και κριτικές μελέτες. 

Ποιητικές συλλογές;
 
  • Αφήγηση, εκδόσεις Ιστός, 2002 
  • Τόποι γραφής, Ίκαρος, 2005) 
βιβλίο-συλλογή πεζών; Μες το ρυθμό του Φονικού (Πλανόδιον, 2004)
 
Ποιήματά του έχουν μεταφραστεί στα αγγλικά, ιταλικά, καταλανικά, ρωσικά και τουρκικά.
 

Όταν ο έρωτας θα φύγει


Όταν ο έρωτας θα φύγει
θα με ξεχάσεις τόσο που σχεδόν
φοβάμαι να χαρώ αυτό που μας συμβαίνει.
Όταν ο έρωτας θα φύγει θα είναι το κενό
χώρος που θα θυμίζει φονικό.

Η λέξη σαγαπώ


Λέγοντας τη λέξη σαγαπώ
δεν λέγω απλώς αυτή τη λέξη.
Γιʼ αυτό σιωπώ.Πώς να σου πω
αυτή τη λέξη χωρίς να είναι
η λέξη σαγαπώ. Πώς να σου πω
τη λέξη σαγαπώ χωρίς να είναι
σαν κι αυτές που κάθε μέρα
μαστροποί τις μαγαρίζουν.


Γιʼ αυτό σιωπώ.

Γιατί αν πω τη λέξη σαγαπώ
λέγω πως πια δεν είμαι εγώ
κι εσύ δεν είσαι πια εσύ
κι ο κόσμος γύρω πια
δεν είναι πια ο ίδιος.


Αυτό θα πει η λέξη σαγαπώ.

Πρωινός καφές στη Λήδρας

Είμαι σαράντα εφτά ετών και είμαι
ευτυχισμένος. Επειδή κάθομαι εδώ
σε προνομιακή γωνία κι εντός αυτής της μέρας
που δεν είναι χτεσινή μήτε αυριανή.


Είμαι εδώ, σʼ αυτήν τη μέρα που είναι
σήμερα, δεν ήταν χτες δεν θα ʼναι αύριο
κι είμαι στην πόλη στον πεζόδρομο, σʼ αυτήν
εδώ την πόλη (την έστω μοιρασμένη)
και κάθομαι κι απʼ το γυαλί κοιτάζω τη βροχή
τον κόσμο που κινείται κι η σερβιτόρα
είναι όμορφη (και το γνωρίζει)
κι έχει και το χαμόγελο εύκολο.


Είμαι στʼ αλήθεια τόσο, μα τόσο
(έστω για λίγο) ευτυχής.

Περίπατος στις λαϊκές αγορές της Λευκωσίας


Τις νύχτες κατεβαίνουν φορτηγά, πολιορκούν
οι εργατικοί την πόλη. Ξημέρωμα στις λαϊκές
στήνονται γύρω οι μπάγκοι. Στην πόλη υπομένουν
σιωπηλοί το επιούσιο μαρτύριο της υπαίθρου.
Με δίχως τύψεις κʼ ενοχές τρώνε τα τρόφιμα
καταναλώνουν τʼ αγαθά, τʼ αφοδεύουν.
Βγάζουν ωστόσο έντυπα στην πόλη ψεύτικα
αναλώσιμα και άλλα τέτοια μικροπράγματα
διοικητικά, δικολαβικά, γενναίες πράξεις
και χαρτιά κυκλοφορούν στην πόλη κάτι επίσημοι
τερατικές μορφές. ύριοι ατσαλάκωτοι, κυρίες
εκτάκτου καλλονής, με το μουνί στο κούτελο…
… Ω!, να φυσήξει
ένας αέρας άξαφνα να τους σαρώσει
όλους! Μια καταιγίδα απʼ το βουνό ποτάμι
να τους πνίξει. Να έρθουν όλα ανάποδα
να καθαρίσει ο τόπος. αινούριος νιος
κατακλυσμός να τα ξεπλύνει, στα στήθη
χωρικών τα βάσανα να φύγουν
στο μπόι της να σηκωθεί ξανά
η πατρίδα.
(Στο μπόι της να σηκωθεί… Τρόπος του λέγειν.
Σώπασαν τα βιολιά, σώπασαν τα λαγούτα).
Αφοπλισμένη προχωρεί γονατιστή στο χώμα.

Πόλη-παγίδα

Πάντα θα είναι αυτή η πόλη πόλη
δύσκολη, στρυφνή, γεμάτη λάκκους
κι όνειρα, όπως η πόλη-παρελθόν
κι η πόλη-μέλλον. Η πόλη πριν από αιώνες


κι η πόλη πριν από πενήντα χρόνια.
Η πόλη χτες, η πόλη σήμερα και αύριο
η ίδια πάντοτε παγίδα-πόλη-όμως,
ξυπνώντας απʼ τον θάνατο


κάθε προχωρημένη ώρα της νυκτός,
στο φως που αποστρεφόμουν έρχομαι
γυμνή και ευάλωτη για σένα.


Με τα ενδύματα ευωδιαστής σαρκός
προσέρχομαι, αυτή την άλλη
γύμνια σου προσφέρω, την αληθινή.

Στο καφενείο της πόλης

Το μερτικό στα χρόνια μου το πήρα.
Ό,τι μου αναλογούσε ήρθε, έφυγε.
Κάθομαι μόνος τώρα. Δεν πίνω δεν καπνίζω.
Κάθομαι τώρα. Βιβλία ξεκινημένα
κι αφημένα γραφτά μισογραμμένα
κείμενα που δεν μπορώ ν’ αποτελειώσω.


Τα χρόνια μου ήρθαν, σώθηκαν.
Του σώματος η δύναμη, της σκέψης, έχει λήξει.
Σαρκίο που κάθεται στο καφενείο της πόλης
κοιτάζει απ’ το θαμπό γυαλί την κίνηση
αφαιρείται. Άδειο φλυτζάνι του καφέ στο λείο
του τραπεζιού που λάμπει μάρμαρο ψυχρό και κρύο…

Τεμαχισμένη Πατρίδα» (από την συλλογή Αγυρτείες)

Μοιρασμένη πατρίδα, πληγιασμένες οι λεμονιές
παραμελημένα τα κιονόκρανα, αφρόντιστα τα μνημεία,
μαραζωμένα τα τρεχούμενα νερά
αδειασμένα με τη βία τα σπίτια
Αθέλητη εγκατάλειψη!
Σιγοκλαίω!
Διχοτομημένη πατρίδα,
αποκαμωμένες οι πορτοκαλιές,
ραγισμένες οι εκκλησιές,
κακοφορμισμένες οι μαρμαροκολόνες
νεκρωμένα τα νερά, πληγιασμένα τα σπίτια.
Αγανακτισμένα τα λουλούδια.
Αθέλητη εγκατάλειψη!
Αμμόχωστος – Σαλαμίνα
Κερύνεια – Μπέλλα-Πάις.

Του Κουρίου ακτή



Εις εναλίαν Κουρίου ακτήν
Δραπετεύουν τα βήματα
αχνόφεγγη ώρα πρωινή
παρελθοντική επιστροφή.
Στα ανεμίζοντα πέπλα
Της Αικατερίνης Κορνάρο
γαντζώνονται τα κεντητά βελούδα.
Αλλοδαποί οι σταυροφόροι
Ορθωμένοι
Γκριζόμαυροι βράχοι
μες στη θάλασσα
εξιστορούν αρχαιοπρεπή
μνημεία τέχνης αχαϊκής
που μεταποιούνται σε ρωμαϊκή
που εξελίσσονται σε βυζαντινή
Σπάνιας πολυλογίας
της αμμουδιάς τα κοχύλια
που αφήνουν στο ξέσπασμα τα κύματα
σχήματα ελευθερίας ζωγραφίζοντας …

Γένοιτο κατά το ρήμα σου (από τη συλλογή Ταναφόρμια)


Ψυχή παραδομένη στη θέληση Θεού
Ελευθέρωση
Ανάπαυση
Κατατρεγμός θλίψης και πόνου
Καταπόνημα δημιουργίας το έργο
Ταπείνωση
Εξερεύνηση
Ευθύβολος αναλογισμός πόθου
Ανάπαυσης απώλεια
Περιπλάνηση στον επικαλεσμό αγάπης
Φθορά
Εκλογίκευση αναζήτησης του αδιεξήγητου
Προσφορά θεϊκή η υπομονή
Κι ο έρωτας
Γέφυρα για του Θεού τη συνάντηση.

Απόγεια αύρα (από τις Αγυρτείες)


Η ζωή κυοφορεί πάντα ομορφιές
Φτάνει να ξέρεις να τις ανακαλύπτεις
Φτάνει να ξέρεις να τις αδράξεις
Μέτοχος στο αμάλθειο έριο σιωπηρά, ήρεμα, γαλήνια
Χωρίς αλαζονείες και κομπασμούς.

.............................

Της ποίησης (συλλογή Ταναφόρμια)

Νοηματοδότηση ζωής
ενσάρκωση επικοινωνίας
η ποίηση
Σπονδή στο χάραμα
ανεφάνισμα στην αμφιλύκη

Σεμνυνέται στο αντιφέγγισμα
αναδύεται στο λαμπύρισμα
Παιχνίδι κατάκτησης
Στους ακτινοβολούντες
Αστέρες και γαλαξίες
η ποίηση.

Τετάρτη, 16 Απριλίου 2014

Ιουλία Βασιλέα Παχνιώτου (μικρή αναφορά)

Η Ιουλία Βασιλέα Παχνιώτου γεννήθηκε στη Βάσα Κοιλανίου στην Κύπρο. Σπούδασε στη Φιλοσοφική Σχολή του Εθνικού και Καποδιστριακού Πανεπιστημίου Αθηνών. Εργάστηκε στη Μέση Εκπαίδευση ως καθηγήτρια. Υπήρξε ιδρυτικό μέλος της Εταιρείας Λογοτεχνών Λεμεσού «Βασίλης Μιχαηλίδης». Είναι μέλος του Πνευματικού Ομίλου Λεμεσού, της Εθνικής Εταιρείας Λογοτεχνών Κύπρου και του PEN Κύπρου. Έχει δημοσιεύσει διάφορες μελέτες. Ποιήματά της και πεζά έχουν συμπεριληφθεί σε ελληνικές και κυπριακές Ανθολογίες.