Η Κυπριακή ποιητική παράδοση,η Κυπριακή ποίηση, έχει τις πηγές της πολύ βαθειά στο χρόνο, φτάνοντας μέχρι τις εποχές εκείνες που ανδρώθηκε το έπος. Τόσο ο χαρακτήρας της όσο και το περιεχόμενο της καθρεφτίζουν την ελληνικότητά της. Με τις σκέψεις αυτές προσπάθησα και προσπαθώ να δημιουργήσω μια Ποιητική Ανθολογία του Ποιητικού λόγου των Κυπρίων Ποιητών/τριών. Στα πλαίσια αυτής της προσπάθειας αναρτώνται και ανακοινώσεις για ποιητικές και γενικότερα λογοτεχνικές εκδηλώσεις αλλά και συνεντεύξεις Κυπρίων ποιητών/τριών, ώστε οι σκέψεις,οι ιδέες και οι ανησυχίες τους να γίνουν ευρύτερα γνωστές.
ΔΗΜΗΤΡΙΟΣ ΓΚΟΓΚΑΣ
Το παρόν Ιστολόγιο δεν είναι κερδοσκοπικό. Ως μοναδικό στόχο έχουμε να γίνει μικρή βιβλιοθήκη της Κυπριακής Ποίησης στο διαδίκτυο και να προωθήσει τη Ποίηση των Κυπρίων Δημιουργών.

Παρασκευή, 28 Απριλίου 2017

ΑΝΑΤΟΛΙΚΗ ΜΕΣΟΓΕΙΟΣ΄/ Μοράρης Γιώργος



Ένα νησί ταξιδεύει
με την ψυχή στην άπνοια
κοντά στον φάρυγγα του Λεβιάθαν.
Η κιβωτός τον λησμόνησε
ωσότου βρήκε τον κρυψώνα του
στον κατακλυσμό.
Κύματα που κάποτε παίζαν
με την ανάσα τ’ ουρανού
κλωσσώντας στην άμμο
την πεμπτουσία τους,
ζωγράφιζαν την αστάθειά τους
επίορκοι στο κάλλος εγγυητές του
κύματα, κορυφές και βάραθρα.

Το λουτρό / Το Ικρίωμα : Δύο Ποιήματα του Γιώργου Μοράρη

Ροσμαρίνος: Ποιητική Συλλογή του Γιώργου Μοράρη από τις Εκδόσεις Καστανιώτη / 2008

Εραστής της ανυπαρξίας το κενό
σαν παιδιά τους αγκάλιασε.
Από τον Φαέθοντα κατέβασε
το χρυσό προσωπείο
πως ήταν γιος του ήλιου.
Αφαιρώντας από τον Ίκαρο
αυτό που δεν ήταν
και τα φτερά που τον σκεπάζανε μανδύας ……

***
Στην κόψη του πεπρωμένου
τα βλέμματα τους έτρεξαν σαν αύρες
και συναντήθηκαν στο άπειρο.
ο θάνατος μιλούσε
με τα στοιχειά της φύσης

***

 Θέρος είναι και ο θάνατος δροσίζεται
κάτω από τους ίσκιους του
φυλάγοντας στη σαρκοφάγο το τρόπαιό του
η κιβωτός που διασώθηκε
περιέχει την νικημένη ζωή

**
Η Δήλος

Η Δήλος με τις σπασμένες πέτρες
οστεοφυλάκιο των αγαλμάτων.
Αγγίξαμε τρυφερά τις υγρές τους κόγχες
που τυφλωθήκαν από το απολιθωμένο φως.
Ανάμεσα του ο έρωτας φαίνεται να κοιμάται
τον ύπνο της πρώτης παιδικής ηλικίας
Όμως η ψυχή του
και με τον σβησμένο πυρσό της
βρίσκεται στην αγρύπνια.

***

Ταφική Απομόνωση

Καμιά εκπλήρωση
δεν μπορούσε ν’ αναχαιτίσει
τα μάτια μας που έπλεαν 
και χάθηκαν μακριά. 
Κάτω από την επιφάνεια της λίμνης 
γλιστρούσαν οι χελώνες 
σχημάτιζαν ερωτική πομπή 
και χόρευαν στο υδάτινο μισόφωτο. 
Εκεί που τα γλυκά νερά της αλμύριζαν 
πρόβαλε το φάντασμα της αρχαίας θάλασσας 
με τα κύματα των άπειρων υποσχέσεών της. 
Βγήκαν φεγγάρια 
που καταδύθηκαν για το λουτρό τους
και ξανάνιωσαν 
κεφάλια Νηρηίδων
στήθη που τέμνουν το πέλαγος. 

Το πόδι του χρόνου κρινόταν 
στους βραχίονες μιας ζυγαριάς
χωρίς αντίβαρο.
Ταλαντεύτηκε μπροστά μας η θέα
και το φάντασμα της αρχαίας θάλασσας 
αναδιπλώθηκε να διαλυθεί
στο σάβανο της ομίχλης. 
Οι χελώνες άκουγαν κραδασμούς
που δεν τους εννοούσαμε
μας οδηγούσαν 
τα πηδάλια των ποδιών τους 
εκεί που μετατοπίσθηκαν όλα 
στην αρχική θέση τους.
Όπως άνοιξαν 
έκλεισαν οι πύλες του τοπίου 
ενταφιάζοντας  απομεινάρια
μιας ακινητοποιημένης ζωής.

Έρμαιο στη ναυτία των αιώνων 
εκείνος π’ αφήνει 
την αρχαία θάλασσα ν’ αναπαύεται

μέσα στην ψυχή του.

ΠΤΗΣΗ / Μοράρης Γιώργος



Σαν τις χελώνες δεν είμαστε
που με τα βήματά τους
ο μέγας χρόνος τους αθροίζεται
στον μοναχικό τους δρόμο.
Μοιράζεται μ’ άλλους
ο δικός μας χρόνος ο βραχύς.
Κάποτε πέφτει πάνω τους σκιά
και κατεβαίνει η βουή του ανέμου
κι αυτές με τα ιερογλυφικά στην πλάτη
σέρνουν το καβούκι τους, έτοιμο τάφο
όταν αετοί τις αρπάζουν

προς ένα ουρανό
στεγνό κι αδάκρυτο.
Γύρω σμήνη των άστρων με το βόμβο τους
χλευάζουν
το περιορισμένο διάστημα της ύπαρξης.

Για κείνους που ιππεύουν αετούς
είναι το άπειρο μια τεράστια φάρσα.

Γιώργος Μοράρης (μικρή αναφορά)


Ο Γιώργος Μοράρης γεννήθηκε στη Λεμεσό της Κύπρου και είναι απόφοιτος της Φιλοσοφικής σχολής του Πανεπιστημίου Αθηνών. Ζει και εργάζεται ως καθηγητής φιλόλογος στην Αθήνα. 

Ποιητικές συλλογές, 
  • Συναναστροφές σιωπής το 1991,
  •  Άνθη Ράμνου το 1999 και 
  • Ροσμαρίνος το 2008, όλα στις Εκδόσεις Καστανιώτη. 
Ποιήματά του έχουν δημοσιευτεί σε λογοτεχνικά περιοδικά και σε ποιητικές ανθολογίες. Έχει τιμηθεί με το πρώτο κρατικό βραβείο ποίησης από το Υπουργείο Παιδείας και Πολιτισμού της Κύπρου και από την Ακαδημία Αθηνών.

Λεοντίου Παύλος (μικρό βιογραφικό)

Γεννήθηκε στη Λευκωσία το 1945.
Είναι απόφοιτος του Παγκύπριου Γυμνασίου Κύκκου. 


Ποιητική Συλλογή: Επιμαρτυρία 

[Τα χέρια σου] / Λεοντίου Παύλος

Τα χέρια σου στα χέρια μου,
και πως άλλαξε ο κόσμος! 

Αιώνες τώρα


Περιμέναμε την άνοιξη
και την ανάσταση
Λησμονήσαμε 
ότι προηγούνται
αιώνες τώρα
η προδοσία
και η σταύρωση
Αιώνες τώρα
Πόντιοι Πιλάτοι
και Ιούδες
Αιώνες τώρα
μας φιλούν

Αγγέλα Καϊμακλιώτη "Εκ του σύνεγγυς"

ΕΛΠΊΔΑ / Πενταράς Νίκος


το Φως
ντυμένο στα λευκά
βγαίνει σεργιάνι κάθε βράδυ στα σοκάκια 
τα βήματά του στο πλακόστρωτο
του δειλινού καμπάνες
στη μνήμη μου ξυπνούν
φθινόπωρα και χειμωνιές ατέλειωτες
μα που στην πόρτα μου μπροστά εναποθέτουν
ολάνθιστα χρυσάνθεμα
σημάδι κάποιας άνοιξης που πάντα καρτερώ
μα που δεν καταδέχτηκε
έστω μια μαδημένη ανθοδέσμη
στην πόρτα μου μπροστά να εναποθέσει
τα βήματά του στο πλακόστρωτο
κατάλευκα μαντίλια γλάρων π’ αρμενίζουν
στο γλαυκό βλέμμα της θάλασσας
δίπλα σε σκάφη γκρίζα με κόκκινα πανιά
που πάντα προγραμμάτιζαν τη ρότα τους
μα πάντα βρίσκαν κόντρα τον καιρό
κι ακόμα ψάχνουν
χρόνια τώρα
για να βρουν λιμάνι.
Ποιητική Συλλογή:  «ΦΩΣ ΕΚ ΦΩΤΟΣ», 1994

ΟΙ ΕΠΙΖΩΝΤΕΣ / Χριστοδουλίδης Γιώργος


Όσοι συνέρχονται
έχουν παραμορφωμένα πρόσωπα
κομμένα μέλη
και τους λείπει το προηγούμενο κοίταγμα.
Βυθίζονται σε ζάλη αφρισμένη
και τα λόγια τους γίνονται πουλιά
που δεν έχουν φωλιές.
Βλέπουν τις σπίθες ως ηλιαχτίδες
τις πληγές ως λάθος του τεχνίτη
και τα θύματα
ως αγγέλους που αποκοιμήθηκαν.
Βλέπουν τη σκηνή του δυστυχήματος
χωρίς τη φρίκη.
Ακριβώς όπως οι επιζώντες
μιας ήσυχης μέρας
– πολλών ήσυχων ημερών.

[Απόψε αποφάσισα να κάνω στην άκρη] / Γεωργίου Εύα

Απόψε αποφάσισα να κάνω στην άκρη
όλα τα γιατί,
όλα τα μπορεί
όλα τα πιθανά… 
Θα έρθουν μπροστά όλα τα λυτρωτικά!
Η ώρα λοιπόν να συμβιβαστώ μαζί σου!
0,τι ακριβώς προστάζεις…
Επιτέλους να πάρεις την μόνιμη θεση που σου αξίζει…
Θα μπορώ από εδώ κι μπρός
να σε κοιτάζω ίσια στα μάτια
να σου μιλάω ευθεια στην καρδιά…
Απο την πρώτη Καλημέρα μέχρι την
τελευταία μου Καληνύχτα
Ξέρω πώς νιώθεις…
Ξέρω πόσο πολύ σε αδίκησα…
Τελευταία , σε στρίμωξα πολύ
Όλα τα όχι σου, τα έκανα ναι…
Μου έλεγες δεν αντέχεις κι εγώ σε έσερνα…
Με ρωτούσες πού σε οδηγώ ,
κι εγώ σου έλεγα, απλά προχώρα…
Σε τραβούσα με βία να γίνουν πιο γοργά τα βήματά σου …
Σου έβαζα χίλια δυο να σκεφτείς, αγνοώντας αν είναι μέρα , νύχτα
γιορτή η καθημερινή
Αρκεί να ησουν μόνιμα παρών...
Από τον παράδεισο , σε οδήγησα στην κόλαση…
Απόψε σε είδα για πρώτη φορά να καταρρέεις και τρόμαξα...
Με προειδοποίησες αλλά δεν έβλεπα, δεν άκουγα …
εξάλλου ήμουνα πολύ μακριά
Ήρθε λοιπον η δικιά σου ώρα,
έστω με λίγη καθυστέρηση
Ναι….
Γερνάει ο χρόνος...
Φύγαμε!!!!

ΦΥΣΑ ΒΟΡΙΑ


Φύσα αέρα δυνατά και πάρε το μυαλό μου
κλέψε τις μνήμες απ' τον νου κάν' το για το καλό μου!
Φύσα βοριά και μην ντραπείς να' ρθεί κακοκαιρία
να ξεχαστώ να μπερδευτώ ν' αλλάξω την πορεία!
Κλέψε τις σκέψεις μου εσύ να πάψω να πονάω
τις μνήμες πάρε μακρυά για χάρη στο ζητάω!
Χριστοδούλου Θάλεια

Της Μαρίας / Τιμοθέου Ανδρέας


Μικρή απ’ το παράθυρό σου,
σε χειροκρότησαν.
Σ΄ άκουσαν στο ραδιόφωνο πρώτη φορά
σε χειροκρότησαν.
Μέσα στους πρώτους φόβους σου
οι δάσκαλοί σου
σε χειροκρότησαν.
Περνούσε ο καιρός, τα χέρια πλήθαιναν
χωρίς σταματημό
κι όλου του κόσμου τα θέατρα
σε χειροκρότησαν.
Δοξαζόσουν κι ο κόσμος χειροκροτούσε.
Μεταμορφωνόσουν κι ο κόσμος χειροκροτούσε.
Ερωτευόσουν κι ο κόσμος χειροκροτούσε.
Έχανες τη φωνή σου κι ο κόσμος χειροκροτούσε.
Βυθιζόσουν μες στην κατάθλιψη κι ο κόσμος χειροκροτούσε
Κηδευόσουν κι ο κόσμος χειροκροτούσε.
Μα εγώ που δεν είχα δυο χέρια στα χρόνια σου
να γίνω κρότος στον κόσμο που τότε ζούσες
μαθητεύω σ’ άλλη χρήση των χεριών,
ευλαβικός συλλέκτης του προσώπου σου
τολμώ να σε αγγίζω.

Η ΦΩΝΗ ΤΟΥ Σ'ΑΓΑΠΩ ΜΟΥ / Πανάγου Μαρούλλα


Θα 'θελα να φωνάξω “σ'αγαπώ “
να το πάρει ο άνεμος να το κάνει τραγούδι
για να σε φτάσει .
Να το μάθουν τα πουλιά 

να κτίσουν την φωλιά της αγάπης. μας .
Να τ άκούσει το τριαντάφυλλο
να σκορπίζει τα πέταλά του στον δρόμο σου
να τ άκουσει η αυγή και να λαμπρύνει τη μέρα σου
να τ'ακούσει το παιδί να το εμβολιάσει στην αθωότητά του.
Μην το μολύνει η πονηριά .
Να το ακούσει η σελήνη και ν'ασημώσει
τ' όνειρό μας
 Να το ακούσει η περιδιάβαση του καιρού
να κάνει στάση στην καρδιά μας
Μην ξεχαστούμε κι αφαιρεθούμε
και χαθεί
στην καθημερινότητά μας .

Μαρουλλα Παναγου

[Είχα ακούσει πάρα πολλά] / Λαμπής Γιάννος

Είχα ακούσει πάρα πολλά
για το σπίτι με τα ραγισμένα κεραμίδια.
Αν και το ήθελα, δεν τολμούσα
να περάσω ούτε απ’ έξω
- Δεν κάνει, έτσι μου ‘χαν πει, για ανθρώπους σαν κι εμάς
Μια Κυριακή μεσημέρι
την ώρα που ο καλός κόσμος κοιμάται,
- Έτσι μου ‘χαν πει
δεν άντεξα και πήγα μ’ έναν φίλο μου κρυφά.
Μπήκαμε στην αυλή, κουβαλήσαμε δυο πέτρες,
πρώτος ανέβηκε εκείνος και μετά εγώ,
πάτησα και στις μύτες των ποδιών μου
για να δω πιο καθαρά μέσα απ’ το γυαλί.
Μια γυναίκα άναβε με ευλάβεια ένα καντήλι
κι ύστερα στάθηκε σε μια πέτρινη γούρνα,
γυμνή κι έπλενε τα δυο της τα βυζιά.
Τα έτριβε δυνατά και με πείσμα,
σιγομουρμούριζε αλλά δεν μπορούσα να ακούσω.
Ξάφνου η πόρτα άνοιξε,
βγήκε ένας άντρας με κοστούμι,
κοίταξε γύρω προσεκτικά και μετά
με βήμα βιαστικό χάθηκε στη στροφή,
πριν κλείσει η πόρτα, άκουσα τη γυναίκα,
- Δεν φεύγει με τίποτα η μυρωδιά των νεκρών.